Αξίωση μισθών υπερημερίας και προληπτική δικαστική προστασία για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648, 653 και 656 εδάφιο α΄ ΑΚ για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση μισθών υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος μισθωτού,
αρκεί ο τελευταίος να επικαλεστεί τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας κατά τους ουσιώδεις όρους της και τη μη αποδοχή από τον εναγόμενο εργοδότη της εργασίας που πραγματικά και με προσήκοντα τρόπο του προσέφερε ο ενάγων ή τη δήλωση του εναγομένου ότι δεν δέχεται τη συμφωνημένη εργασία (βλ. ΑΠ 1747/2008, ΑΠ 197/2009, ΑΠ 548/2000 ΕΕργΔ 2001.803).
Άλλωστε, γίνεται δεκτό ότι σε περίπτωση άκυρης απόλυσης του εργαζομένου, ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος από τη στιγμή της άκυρης καταγγελίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να ακολουθήσει ακόμη και ρηματική προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται αυτονόητα και η δήλωση βούλησής του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυομένου (βλ. ΑΠ 460/2013, ΑΠ 153/1998 ΕΕργΔ 1999.411, ΑΠ 1025/1995 ΕΕργΔ 1997.121, ΑΠ 364/1995 ΔΕΝ 1995.925, ΑΠ 356/1995 ΕΕργΔ 1996.366, ΑΠ 1093/1993 ΕΕργΔ 1994.1007, ΕφΘεσ 1607/1994 Αρμ 1995.52, ΜονΠρωτΘεσσαλ 5127/2014). Εξάλλου, δεν απαιτείται πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας, εάν ο εργοδότης δήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή της εργασίας, που συμβαίνει, ιδίως, όταν αυτός κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας, οπότε ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να επαναλαμβάνει καθημερινά την προσφορά των υπηρεσιών του (βλ. ΑΠ 1338/1991).
Η αξίωση δε του μισθωτού για μισθούς υπερημερίας, λόγω της άρνησης του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του, δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία και αποτελεί τη βάση της σχετικής αγωγής (βλ. ΕφΛαμ 14/2013). Γι’ αυτό και ο εργαζόμενος, αξιώνοντας μισθούς υπερημερίας, στην αγωγή του πρέπει να αναφέρει την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, το ύψος του συμβατικού ή νόμιμου μισθού και την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες του (βλ. ΑΠ 783/1988, ΕλλΔνη 1989, 5695, ΑΠ 460/2013, ΜονΠρωτΑθ 1991/2008).
Πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι στην δίκη που ανοίγεται για την επιδίκαση διαφορών εξ αποδοχών, αντικείμενο αυτής είναι ο ακαθάριστος μισθός (μικτός), ενώ οι επ’ αυτού κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών και άλλων τρίτων, γίνονται από τον εργοδότη επί των επιδικαστέων αποδοχών και δη κατά τον χρόνο εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης (βλ. ΑΠ 302/2001, ΑΠ16775/1999).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό. Μπορεί δηλαδή ο εργαζόμενος να αξιώσει μισθούς υπερημερίας ακόμη και για τον μετά την άσκηση της αγωγής χρόνο, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο που επιτρέπει την προληπτική δικαστική προστασία του ενάγοντος όταν η παροχή εξαρτάται από προθεσμία ή αίρεση.
Η ανωτέρω διάταξη του ΚΠολΔ είναι εφαρμοστέα, καθότι η επίδικη αξίωση των μισθών υπερημερίας δεν εξαρτάται από την αντιπαροχή της εργασίας του ενάγοντος εργαζομένου, η οποία έχει ήδη αποκρουσθεί με την καταγγελία του εργοδότη, ο οποίος προκαταβολικώς δήλωσε ότι δεν την αποδέχεται, η δε σύμβαση εργασίας είναι υφιστάμενη και σε εξέλιξη (βλ. ΑΠ1355/1979, ΑΠ 813/1977, ΑΠ 711/1980, ΑΠ 249/2001, ΑΠ 1098/2003, ΑΠ 597/2006, ΑΠ 752/2007). Παραδεκτό δηλαδή θεωρείται το πρόωρο καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό αίτημα ως προς την καταβολή αποδοχών υπερημερίας (βλ. Μακρίδου Κ., Δικονομία Εργατικών Διαφορών, 2009, σελ. 110 – 111).
Μπορούν δηλαδή να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την καταγγελία (βλ. και ΜονΠρωτΑθ 1036/2010, ΕφΑθ 9763/1989, ΑΠ 536/76 ΝοΒ 24.1065). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση εφαρμοστέα είναι η περίπτωση του άρθρου 69 §1 περ. στ΄ ΚΠολΔ, αφού υπάρχει βάσιμος φόβος ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της οφειλής του.
Επί συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, το εν λόγω αίτημα είναι παραδεκτό για το χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία και μέχρι την άρση της υπερημερίας του εργοδότη, που επέρχεται είτε με έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, είτε με πρόσκληση προς εργασία του ακύρως απολυθέντος εργαζομένου (βλ. ΑΠ 294/2001, ΑΠ 1098/2003, ΑΠ 597/2006, ΑΠ 752/2007)
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 69 § 1 περ. α΄ και 2 εδ. α΄ ΚΠολΔ, η επιδίκαση των μισθών υπερημερίας για χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης της αγωγής θα γίνει, αθροιστικώς, για όλο το χρονικό διάστημα μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, και, κατά μήνα, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης εργασίας (βλ. ΜονΠρωτΑθ 260/2009, ΑΠ 509/1996 ΔΕΝ 53.8). Επομένως, μπορεί να αξιωθεί με αγωγή παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη μετά την πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως (Δεληκωστοπούλου – Σινανιώτου Ερμ. ΚΠολΔ στο άρθρο 69,Ι, 2, ββ` και στο άρθρο 70 ήδη 69 Ι,1).
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr