Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αξίωση του εργαζομένου επαναφοράς του στην προηγούμενη εργασιακή του κατάσταση (υποχρέωση του εργοδότη να τον απασχολεί με δικαστική απόφαση)

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 2112/1920, 288, 361, 648, 652 ΑΚ προκύπτει ότι η επιχειρούμενη από τον εργοδότη μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα να αξιώσει την επαναφορά της εργασιακής του απασχόλησης στην προηγουμένη κατάσταση (ΑΠ 1743/1991 ΕΕργΔ51, 982, ΕφΑθ 3618/1990 ΝοΒ. 389 1349, ΜΠΠειρ 2700/2013).

Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει καταρχήν, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, υποχρέωση να απασχολεί πραγματικώς τον εργαζόμενο και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών αυτού δεν έχει άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του (Βλ. 117/2014 ΜονΠρωτΠρεβ).

Η καταρχήν, όμως, ως άνω νόμιμη άρνηση του εργοδότη καθίσταται παράνομη, όταν καθίσταται καταχρηστική, το οποίο συμβαίνει, όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σε αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1672/2007 ΕΕργΔ 2008.968, ΑΠ 362/2007 ΕΕργΔ 2007.1487).

Υπάρχει δε αγώγιμη αξίωση του μισθωτού, του οποίου ακυρώνεται, με δικαστική απόφαση, η απόλυσή του ως καταχρηστική, να ζητήσει την πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του από τον εργοδότη, ενώ, για να καταδικαστεί ο εργοδότης σε πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή, σύμφωνα με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ (για το ότι οι δημιουργούμενες από την εργασιακή σχέση υποχρεώσεις των μερών, όπως είναι η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται τις προσφερόμενες από τον εργαζόμενο υπηρεσίες, εμπίπτουν στη ρύθμιση της ΚΠολΔ 946 παρ. 1, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 28/2006 ΧρΙδ 2006.521, όμοια η ΑΠ 41/2006 ΕλλΔνη 2006.787, ΑΠ 255/2005 ΕΕργΔ 2006.487, ΕφΑθ 8860/2006 ΕλλΔνη 48(2007).886, βλ. ακόμη και ως προς την αυτεπάγγελτη εφαρμογή από το Δικαστήριο του άρθρου 946 ΚΠολΔ, ΑΠ 1167/1999 ΕΕργΔ 2001.731, Δημ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (εκδ. 2002), αρ. 940), δεν απαιτείται να συντρέχουν και άλλοι όροι, δηλονότι η απόκρουση των προσφερόμενων υπηρεσιών να έχει γίνει υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ ή να συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (άρθρο 57 ΑΚ) ή υπαιτίως να προσβάλουν το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ΑΠ 1540/2006 ΕΕργΔ 2007.810, ΕφΘεσ 1774/2007 Αρμ 2007.1748).

Στην υπ’ αρ. 1668/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε από υπόθεση του γραφείου μας (χειρισμός υπόθεσης: Θεώνη Κάδρα), ρητώς αναφέρεται στη μείζονα σκέψη ότι «η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζόμενου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά (ανακύπτει) με τη συνδρομή των κάτωθι περιστάσεων, ήτοι της απόκρουσης των προσφερόμενων υπηρεσιών του εργαζομένου υπό περιστάσεις οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281ΑΚ και είναι ως εκ τούτου παράνομη. Συνεπώς, είναι παράνομη η απόκρουση αυτή όταν γίνεται υπό περιστάσεις που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ) ή από πρόθεση ζημιώνουν κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη τον εργαζόμενο (άρθρο 919 ΑΚ) ή υπαίτια προσβάλλουν το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 Σ). Στις περιπτώσεις αυτές γεννάται αξίωση του εργαζομένου για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον».

Η ίδια ως άνω απόφαση συνεχίζει: «.. για το ορισμένο της αγωγής, που διώκει να υποχρεωθεί ο εργοδότης να απασχολεί πραγματικά το μισθωτό, πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτήν: α) Η ύπαρξη σε λειτουργία έγκυρης σύμβασης, β) η άρνηση του εργοδότη να δέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του ενάγοντος με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, γ) ότι από τη μη πραγματική απασχόλησή του προσβάλλεται η προσωπικότητά του με αναφορά στους συγκεκριμένους λόγους που συνιστούν την προσβολή, ή δ) ότι η συμπεριφορά του εργοδότη αντίκειται στις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και να προσδιορίζονται οι ειδικές περιστάσεις από τις οποίες επέρχεται η προσβολή της προσωπικότητας και προξενείται στον ενάγοντα ηθική ή υλική βλάβη, λόγω της φύσεως της εργασίας, από την οποία προσδοκά την προσβολή του και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (ΑΠ 362/2007, ΕφΘεσ 1052/2008, Αρμ 2008/1075, ΕφΑθ 3239/2001, ΔΕΕ 2002/87)».

Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί