Δάνειο σε συνάλλαγμα και ειδικότερα σε ελβετικό φράγκο – Καταχρηστικός ο όρος του δανείου για αποπληρωμή του στην ισοτιμία του συναλλάγματος σε ευρώ κατά την ημέρα καταβολής και πλήρωση του κενού με συμπληρωματική ερμηνεία
Στην πρόσφατη υπ’ αρ. 23/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης κρίθηκε για πρώτη φορά το ζήτημα της ακυρότητας ή μη του όρου των δανειακών συμβάσεων σε συνάλλαγμα περί υποχρέωσης του οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του,
καταβάλλοντας σε ευρώ την εκάστοτε δόση με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος (ισοτιμία) την ημέρα της καταβολής της δόσης. Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων είχε συνάψει την 5η Ιουνίου 2007 με την εναγόμενη τραπεζική εταιρία σύμβαση στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα, ποσού 166.680,60 ελβετικών φράγκων. Στην επίμαχη σύμβαση περιεχόταν, μεταξύ άλλων, και ο υπ’ αρ. 7α όρος, σύμφωνα με τον οποίο «εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε EURO με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής». Όμως, ενώ η ισοτιμία του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, κατά την ημερομηνία εκταμίευσης του ανωτέρω δανείου, την 8η Ιουνίου 2007, ήταν 1,658300, στη συνέχεια, διαφοροποιήθηκε, με αποτέλεσμα, την 1η Οκτωβρίου 2012, να ανέλθει στο 1,1833000, αφού το ελβετικό νόμισμα ισχυροποιήθηκε έναντι του ευρώ.
Η μεταβολή αυτή στην ισοτιμία των δύο νομισμάτων είχε ως αποτέλεσμα να έχουν εξανεμιστεί όλες οι καταβολές, που ο ίδιος πραγματοποίησε (σε ευρώ) έναντι του παραπάνω δανείου, με συνέπεια το αρχικό του κεφάλαιο, υπολογιζόμενο σε ελβετικά φράγκα, να έχει μεν ελαττωθεί κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, υπολογιζόμενο, όμως, σε ευρώ, να παραμένει υψηλό, έχοντας μειωθεί από το ποσό των 105.319,58 ευρώ (την 8η Ιουνίου 2007) μόλις σ’ αυτό των 89.004,96 ευρώ (την 1η Οκτωβρίου 2012). Με τα δεδομένα αυτά, ο ενάγων επικαλέστηκε ότι ο ίδιος δεν ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους της εναγομένης για τον συναλλαγματικό κίνδυνο, που αναλάμβανε κατά τη λήψη του επίμαχου δανείου, αλλά ούτε και για τις επιπτώσεις, που θα μπορούσε να έχε, μία σοβαρή υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού νομίσματος στο ύψος τόσο των εξοφλητικών δόσεων, όσο και του κεφαλαίου του ανωτέρω δανείου. Ζήτησε δε με την εν λόγω αγωγή του να κηρυχθεί άκυρος ο προαναφερόμενος όρος, αφενός μεν διότι ο ίδιος τον αγνοούσε ανυπαιτίως, αφετέρου δε διότι αυτός (όρος) τυγχάνει, ως αόριστος και ακατάληπτος, καταχρηστικός, επιφέρει δε σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των δύο συμβαλλομένων στην παραπάνω σύμβαση μερών σε βάρος του. Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπολογίσει το παραπάνω δάνειο από τη λήψη και μέχρι την ολοσχερή αυτού εξόφληση, με βάση την ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων, η οποία ίσχυε κατά το χρόνο της λήψης του, άλλως δε όπως το υπολογίσει εξ αρχής σε ευρώ. Με το δεύτερο από αυτά τα αιτήματά του, το Δικαστήριο το εξέλαβε ως αίτημα του ενάγοντος ουσιαστικά να πληρωθεί το κενό, που θα δημιουργηθεί στη σύμβαση σε περίπτωση που αναγνωριστεί η τυχόν ακυρότητα του προσβαλλόμενου από αυτόν γ.ο.σ.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης έκρινε ότι, σύμφωνα με τον υπ’ αρ. 7ο όρο της ως άνω σύμβασης, ο δανειολήπτης όφειλε να καταβάλει στην Τράπεζα ακριβόχρονα τις προς εξόφληση του δανείου δόσεις. Εφόσον δε το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού χορηγούνταν σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούταν να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ενώ η ισοτιμία του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο ανερχόταν, όπως προεκτέθηκε, κατά την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου, στο 1,658300, στη συνέχεια, διαφοροποιήθηκε. Συγκεκριμένα, σταδιακά μειώθηκε, αφού το αλλοδαπό νόμισμα ισχυροποιήθηκε έναντι του εγχώριου. Ανήλθε δε αυτή, ενδεικτικά, την 1η Αυγούστου 2007 στο 1,622200, την 1η Απριλίου 2008 στο 1,545500, την 1η Δεκεμβρίου 2008 στο 1,536910, την 1η Σεπτεμβρίου 2010 στο 1,265000, την 1η Ιουνίου 2011 στο 1.200500 και την 1η Οκτωβρίου 2012 στο 1,183300. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα ο ενάγων να είναι υποχρεωμένος να καταβάλει πιο πολλά χρήματα, προκειμένου να αποπληρώνει τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου του. Έτσι λ.χ., ενώ για μία δόση, ύψους 500,30^ CHF, την 1η Αυγούστου 2007 έπρεπε να καταβάλει (500,30 . /- 1,622200 =) 308,41 ευρώ, την 1η Οκτωβρίου 2012 για την ίδια δόση, όφειλε να καταβάλει (500,30 / 1,183300 =) 422,80 ευρώ. Το δε συνολικό υπόλοιπο της οφειλής του ενώ, την 1η Αυγούστου 2007, ανερχόταν στα 166.347,17 CHF ή 102.544,18 ευρώ, την 1η Οκτωβρίου 2012 ανερχόταν στα 105.319,58 CHF ή 89.004,97 ευρώ, και την 1η Οκτωβρίου 2013, με ισοτιμία 1,225299, στα 100.575,38 CHF ή 82.082,25 ευρώ.
Ο προμνημονευόμενος υπ’ αρ. 7α όρος της επίμαχης σύμβασης, ο οποίος προέβλεπε ότι ο ενάγων υποχρεούταν να εκπληρώνει τις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, ήταν, κατά το δεύτερο του σκέλος, αόριστος και ασαφής, με συνέπεια ο ίδιος, ο οποίος, ως συνταξιούχος αστυνομικός και τελειόφοιτος Τεχνικού Λυκείου, στερείται οικονομικών γνώσεων και πείρας περί τις συναλλαγές, να μην αντιληφθεί, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, τις συνέπειες, που θα μπορούσε να έχει αυτός (όρος), κατά τη διάρκεια της εξόφλησης του δανείου του, σε περίπτωση μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου.
Κρίθηκε δηλαδή ότι ο προαναφερόμενος όρος, που ήταν προδιατυπωμένος από την εναγόμενη και περιλαμβανόταν στους γ.ο.σ, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, κατά το μέρος που ρυθμίζει την ισοτιμία, με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, που πραγματοποιεί ο ενάγων καθ’ όλη τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου του, είναι αόριστος και ασαφής, ως εκ τούτου δε, καταχρηστικός και άκυρος. Συγκεκριμένα, με τον επίμαχο όρο παραβιάζεται από την εναγόμενη η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των γ.ο.σ., η οποία επιτάσσει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 “περί προστασίας των καταναλωτών”, όπως οι όροι είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ούτως ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής (ΕφΠειρ 711/2011 ΔΕΕ 2012.356).
Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι με την ως άνω ρήτρα δεν παρουσιάζονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων στη σύμβαση διαδίκων, αφού δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, καθώς, επίσης, και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που προβλέπουν έτερες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή δανείων, ούτως ώστε ο καταναλωτής και, εν προκειμένω, ο ενάγων, ο οποίος από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε πως διέθετε ιδιαίτερες γνώσεις αναφορικά με τους νομισματικούς κανόνες, τις συνθήκες της αγοράς και το κόστος του χρήματος, να μπορεί να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες, που θα μπορούσε να έχει για τον ίδιο ο παραπάνω όρος, και, συγκεκριμένα, να διαγνώσει, εκ των προτέρων, τόσο το ύψος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, που θα καλούνταν να καταβάλει για την αποπληρωμή του δανείου του, όσο και το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου του τελευταίου, σε περίπτωση που η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου διαφοροποιούνταν σε βάρος του πρώτου (βλ. την ΔΕΚ, απόφαση της 30η Απριλίου 2014, υπόθεση C-26/13, Arpad Kasler, Hajnalka Kaslerne Rabai κατά OTP Jelzalogbank Zrt, σκέψεις 73 – 75).
Ο καταναλωτής-ενάγων δεν μπορούσε, επομένως, αυτός να γνωρίζει εκ των προτέρων τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει. Και ναι μεν ο επίμαχος όρος ήταν σαφώς διατυπωμένος από γραμματική άποψη, πλην, όμως, μόνη η σαφήνεια αυτή δεν αρκεί, προκειμένου να κριθεί ως έγκυρος βάσει των κριτηρίων, που ο ν. 2251/1994 και η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ θέτουν, αφού, εξαιτίας της παραπάνω αοριστίας του ως προς τις οικονομικές συνέπειές του, οδηγεί ουσιαστικά στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή – πελάτη αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την Τράπεζα (ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ 2001.1128).
Περαιτέρω, όσον αφορά το κενό, που δημιουργείται από την κριθείσα ακυρότητα του προμνημονευόμενου γ.ο.σ, αυτό, θα έπρεπε, κατ’ αρχήν, να καλυφθεί με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου και ειδικότερα, με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, η οποία ορίζει πως «όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχε, δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής».
Ωστόσο, επειδή η ουσιαστικού δικαίου ρύθμιση, που η εν λόγω διάταξη εισάγει, ταυτίζεται, με εκείνη του προμνημονευόμενου όρου, που κρίθηκε καταχρηστικός, το Δικαστήριο κρίνε, πως η εφαρμογή της στη θέση του θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα, στη διάψευση, δηλαδή, των εύλογων προσδοκιών του ενάγοντος αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την εναγόμενη και, συνακόλουθα, στη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των μεταξύ τους δικαιωμάτων κα, υποχρεώσεων σε βάρος του ιδίου. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι, δεσμευτική, αφού δεν καθιερώνει, υποχρέωση, αλλά απλό δικαίωμα του οφειλέτη να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο κα, τον τόπο της πληρωμής, θα πρέπει, να αποκλειστεί.
Κατά συνέπεια, το κενό, που προκαλείται στην επίμαχη σύμβαση αναφορικά με την ισοτιμία, βάσει της οποίας θα υπολογίζονται οι καταβολές σε ευρώ, που ο ενάγων πραγματοποιεί προς εξόφληση του δανείου του, θα πρέπει να πληρωθεί με συμπληρωματική, κατ’ άρθ. 200 ΑΚ, ερμηνεία αυτής (σύμβασης), ούτως ώστε η τελευταία να ανταποκρίνεται πλέον στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Στο πλαίσιο της εν λόγω ερμηνείας, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας, τις οποίες οφείλει να τηρεί κάθε χρηστός και γνωστικός συναλλασσόμενος, καθώς και τις σύμφωνες με αυτές συνήθειες των συναλλαγών, β) το είδος, τη φύση και το σκοπό της επίμαχης σύμβασης, την οποία σύναψαν οι διάδικοι, και, συγκεκριμένα, το γεγονός πως επρόκειτο για μία, καταρτισθείσα στην Ελλάδα, δανειακή σύμβαση, μέσω της οποίας ο ενάγων θα αποπλήρωνε (σε ευρώ) το τίμημα της αγοράς ενός διαμερίσματος, γ) τα συμφέροντα αμφοτέρων των διαδίκων, εκ των οποίων εκείνα της εναγομένης δεν εξαρτώνται, όπως η ίδια η μάρτυρας ανταπόδειξης και υπάλληλος της ανέφερε, κατά την ένορκη επ’ ακροατηρίω κατάθεσή της, από τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, αλλά εξυπηρετούνται μέσω του προαναφερόμενου κυμαινόμενου επιτοκίου, με το οποίο και συμφωνήθηκε πως θα αποπληρωθεί το δάνειο, δ) τις συνθήκες, που επικρατούσαν στις χρηματαγορές μέχρι το έτος 2007, οπότε και συνήφθη η επίμαχη σύμβαση, και οι οποίες χαρακτηρίζονταν από τη σταθερότητα της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, ε) το γεγονός πως ο ενάγων, ως υπήκοος Ελλάδας, ο οποίος ζει και δραστηριοποιείται στην ελληνική επικράτεια, δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιεί το εγχώριο νόμισμα, και δη το ευρώ, στις συναλλαγές του, στ) το γεγονός πως η εναγόμενη, όπως με τις από 29-10-2013 προτάσεις της παραδέχεται, γνώριζε πως ο ενάγων αδυνατούσε να έχει στην κατοχή του ελβετικά φράγκα, με συνέπεια να εξοφλεί, όπως και πράγματι έκανε, ουσιαστικά σε ευρώ το δάνειο του, ζ) το γεγονός πως το χρηματικό ποσό, που χορηγήθηκε, ως, δάνειο, στον ενάγοντα δυνάμει της επίμαχης σύμβασης, ναι μεν – εκταμιεύθηκε σε ελβετικά φράγκα, πλην, όμως, αμέσως μετά την εκταμίευσή του μετατράπηκε από την ίδια την εναγόμενη σε ευρώ και, μάλιστα, με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων ισοτιμία κατά την ημέρα της εκταμίευσής του, η) το γεγονός πως η εναγόμενη διέθεσε ουσιαστικά στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 100.512,93 ευρώ, με το οποίο ισούταν, την ημέρα της εκταμίευσής του, το ποσό των 166.680,60 ελβετικών φράγκων, αφού ο ενάγων με ευρώ θα εξοφλούσε το τίμημα, ύψους 81.972 ευρώ, της αγοράς του διαμερίσματος του, θ) το γεγονός πως η εναγόμενη, στο πλαίσιο της επίμαχης σύμβασης, δεν παρείχε ουσιαστικά στον ενάγοντα – δανειολήπτη κάποια χρηματοοικονομική υπηρεσία σχετική με την αγορά ή την πώληση ξένων νομισμάτων, και ι) τη διάταξη του άρθ. 806 ΑΚ, η οποία ορίζει πως “με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας”, καταλήγει στο συμπέρασμα πως η εναγόμενη, όσον αφορά την απόδοση του εν λόγω δανείου, δεν μπορεί να εφαρμόζει συναλλαγματική ισοτιμία διαφορετική από εκείνη, που ίσχυε κατά την αποδέσμευση του κεφαλαίου αυτού (δανείου) την 8η Ιουνίου 2007 (βλ. την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΚ, σκέψη 26). Επομένως, με βάση την ισοτιμία αυτή θα πρέπει να υπολογίζει και τις καταβολές σε ευρώ, που ο ενάγων πραγματοποιεί προς εξόφλησή του, ο δε υπολογισμός αυτός κρίνεται εύλογος και δικαιολογημένος.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε δηλαδή καταχρηστικό και άκυρο τον όρο της δανειακής σύμβασης δανείου, με τον οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής. Συνεχίζοντας το Δικαστήριο έκρινε συμπληρώνοντας ερμηνευτικά τη σύμβαση ότι οι καταβολές που πραγματοποιεί ο οφειλέτης σε ευρώ, πρέπει να υπολογίζονται από την τράπεζα σε ελβετικά φράγκα, με βάση την μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου και όχι με βάση την ισοτιμία κατά την ημέρα καταβολής της εκάστοτε δόσης, υπερκεράζοντας και το σκόπελο του 291ΑΚ.
Έτσι, για πρώτη φορά δικαιώνεται οφειλέτης δανείου σε ελβετικά φράγκα και δημιουργείται δεδικασμένο για μεγάλο αριθμό δανειοληπτών, που έχουν λάβει δάνεια σε συνάλλαγμα με όμοιους όρους. Η δικαστική εξουσία έδωσε λύση στο αδιέξοδο που είχαν περιέλθει οι οφειλέτες σε ελβετικά φράγκα, οι οποίοι αγνοώντας το συναλλαγματικό κίνδυνο, δεδομένου ότι τα δάνεια που χορηγήθηκαν σε ελβετικό φράγκο, δεν είναι απλά δάνεια, αλλά στην ουσία πρόκειται για προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου συνδεμένα με την αγορά συναλλάγματος εξαρτώμενα άμεσα από την ισοτιμία εκάστοτε νομίσματος, έχουν φτάσει στο σημείο αν και αποπληρώνουν κανονικά και εμπροθέσμως το δάνειό τους αρκετά χρόνια τώρα, να χρωστούν στη δανειοδότρια τράπεζα τα ίδια ή και περισσότερα χρήματα λόγω της αλλαγής της ισοτιμίας κατά το χρόνο καταβολής της δόσης.
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr