Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Διαδικασία διακρατικών υιοθεσιών σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης του 1993 για την προστασία των παιδιών και τη συνεργασία στη διακρατική υιοθεσία

Η Σύμβαση της Χάγης του 1993, την οποία η Ελλάδα έχει κυρώσει με τον Ν. 3765/2009 (ΦΕΚ Α 101/1-7-2009), εφαρμόζεται, όταν ένα παιδί το οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του σε Συμβαλλόμενο Κράτος («το Κράτος Προέλευσης») μετακινήθηκε, μετακινείται ή πρόκειται να μετακινηθεί σε άλλοι Συμβαλλόμενο Κράτος («το Κράτος Υποδοχής»),

 

 

είτε μετά από υιοθεσία του στο Κράτος Προέλευσης από συζύγους ή από ένα πρόσωπο που έχει τη συνήθη διαμονή του στο Κράτος Υποδοχής, είτε για το σκοπό επίτευξης μίας τέτοιας υιοθεσίας στο Κράτος υποδοχής ή στο Κράτος προέλευσης (βλ. άρθρο 2 παρ. 1 της σύμβασης). Σύμφωνα μάλιστα με την Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου «Κύρωση της Σύμβασης για την προστασία των παιδιών και τη συνεργασία σχετικά με τη διακρατική υιοθεσία», ως «διακρατική υιοθεσία» νοείται μόνο η υιοθεσία εκείνη η οποία έχει ως αντικείμενο την μετακίνηση του προς υιοθεσία παιδιού από ένα κράτος σε άλλο κράτος και όχι κάθε υιοθεσία που παρουσιάζει στοιχείο αλλοδαπότητας (διεθνής υιοθεσία), όπου όμως δεν ενυπάρχει το στοιχείο της μετακίνησης του υιοθετουμένου.

Στα άρθρα 4 και 5 της Σύμβασης περιλαμβάνονται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, που αφορούν τον υιοθετούμενο και τον ή τους υιοθετούντες, όπως επίσης και τα όργανα που πρέπει να δώσουν την συναίνεσή τους για την πραγματοποίηση της διακρατικής υιοθεσίας. Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών, είναι ο υιοθετούμενος να μπορεί να υιοθετηθεί – αφού προηγουμένως ελέγχθηκε η δυνατότητα τοποθέτησής του σε οικογένεια του ίδιου του κράτους προέλευσης, το εάν η υιοθεσία είναι προς το συμφέρον του παιδιού, καθώς επίσης και η ικανότητα αντίστοιχα του ή των υιοθετούντων στο να υιοθετήσουν. Τα γεγονότα αυτά κρίνονται από πρόσωπα, ιδρύματα και αρχές που είναι αρμόδια να δώσουν την συναίνεσή τους προκειμένου να μετακινηθεί το παιδί στη χώρα υποδοχής. Αυτό μάλιστα είναι μία προϋπόθεση, η οποία συχνά παρακωλύει την τέλεση ιδιωτικών διακρατικών υιοθεσιών στη Χώρα μας, καθότι η Ελληνική Κεντρική Αρχή Διακρατικών Υιοθεσιών προσδοκά και επιδιώκει πρωτίστως τα παιδιά να υιοθετηθούν από οικογένειες εντός των συνόρων τους. Η εξάντληση λοιπόν κάθε πιθανότητας εκπλήρωσης του παραπάνω όρου καθίσταται ένας από τους αστάθμητους παράγοντες που καθιστούν την έκβαση της διαδικασίας της διακρατικής υιοθεσίας στην Ελλάδα χρονοβόρα και μη προβλέψιμη χρονικά.

Πέραν των ανωτέρω ουσιαστικών προϋποθέσεων, προβλέπεται μία σειρά διαδικαστικών προϋποθέσεων για την κατάρτιση μίας διακρατικής υιοθεσίας, οι οποίες περιέχονται στα άρθρα 14-22 της Σύμβασης της Χάγης. Ορίζεται ότι οι υιοθετούντες θα πρέπει να απευθύνονται στην Κεντρική Αρχή του κράτους της συνήθους διαμονής τους και εφόσον αυτή πεισθεί ότι οι αιτούντες είναι κατάλληλοι και ικανοί να υιοθετήσουν συντάσσει έκθεση την οποία διαβιβάζει προς την Κεντρική Αρχή του κράτους προέλευσης. Επομένως, τα πρόσωπα που διαμένουν συνήθως σε συμβαλλόμενο κράτος και τα οποία επιθυμούν να υιοθετήσουν παιδί, του οποίου η συνήθης διαμονή βρίσκεται σε ένα άλλο συμβαλλόμενο κράτος, θα πρέπει πρώτα να απευθύνονται στην Κεντρική Αρχή του Κράτους της συνήθους διαμονής τους.

Εάν η Κεντρική Αρχή του Κράτους Προέλευσης πεισθεί ότι το παιδί μπορεί να υιοθετηθεί, συντάσσει έκθεση, δίνει τη δέουσα προσοχή στην ανατροφή του παιδιού και στο εθνικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό του υπόβαθρο, εξασφαλίζει ότι έχουν δοθεί οι συναινέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 και διαπιστώνει ότι στηριζόμενη στις εκθέσεις που αφορούν το παιδί και τους μελλοντικούς γονείς, ότι η προβλεπόμενη τοποθέτηση είναι προς το συμφέρον του παιδιούΕν συνεχεία, διαβιβάζει στην Κεντρική Αρχή του Κράτους Υποδοχής την έκθεσή της για το παιδί, την απόδειξη ότι δόθηκαν οι αναγκαίες συναινέσεις και τους λόγους για την απόφασή της σχετικά με την τοποθέτηση, φροντίζοντας να μην αποκαλύψει την ταυτότητα της μητέρας και του πατέρα εάν, στο Κράτος προέλευσης δεν επιτρέπεται αυτές οι ταυτότητες να αποκαλυφθούν.

Οποιαδήποτε απόφαση στο Κράτος προέλευσης ότι ένα παιδί μπορεί να ανατεθεί σε υποψήφιους θετούς γονείς μπορεί να ληφθεί μόνοα) εάν η Κεντρική Αρχή αυτού του κράτους έχει εξασφαλίσει ότι οι υποψήφιοι θετοί γονείς συμφωνούν, β) εάν η Κεντρική Αρχή του κράτους υποδοχής έχει εγκρίνει την απόφαση αυτή, όταν μία τέτοια έγκριση απαιτείται από τη νομοθεσία του Κράτους αυτού ή από την Κεντρική Αρχή του Κράτους Προέλευσης, γ) εάν οι Κεντρικές Αρχές αμφότερων των κρατών έχουν συμφωνήσει ότι η υιοθεσία μπορεί να προχωρήσει, και δ) εάν έχει καθοριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 5, ότι οι υποψήφιοι θετοί γονείς είναι κατάλληλοι καιικανοί να υιοθετήσουν και ότι στο παιδί έχει δοθεί ή θα δοθεί η άδεια να εισέλθει και να διαμείνει μόνιμα στο Κράτος υποδοχής.

Από τη στιγμή που μία υιοθεσία βεβαιωθεί από το αρμόδιο όργανο του Συμβαλλόμενου Κράτους ότι έγινε σύμφωνα με τη Σύμβαση αναγνωρίζεται αυτόματα και στα υπόλοιπα Συμβαλλόμενα Κράτη. Για την Ελλάδα, έχει οριστεί ότι αρμόδιο όργανο είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση υιοθεσίας, ως το όργανο εκείνο που θα χορηγεί το εν λόγω πιστοποιητικό, για το λόγο ότι θα είναι το πλέον κατάλληλο να ελέγχει την συνδρομή των προϋποθέσεων των διατάξεων της Σύμβασης, λόγω του δικαιοδοτικού χαρακτήρα του τρόπου κατάρτισης της υιοθεσίας κατά το ελληνικό δίκαιο.

 

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί