Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης. Θα πρέπει, όμως, η ορισμένη διάρκεια της σύμβασης αυτής να δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο, τόσο δηλαδή από τη φύση της παρεχόμενης εργασίας, όσο και από τον σκοπό που αυτή υπηρετεί (ΕφΘεσ 1059/1992).
Η πρακτική, που ακολουθείται από την εργοδοτική πλευρά, των επαναλαμβανόμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς το ορισμένο της διάρκειας να δικαιολογείται από τη φύση των συμβάσεων, αντιμετωπίζεται από την έννομη τάξη με επιφύλαξη. «Διαδοχικές» θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. Οι διαδοχικές ή αλυσιδωτές συμβάσεις ορισμένου χρόνου πρέπει να θεωρούνται «ιδιαίτερα ύποπτες», όταν η ανανέωση της συμβάσεως για ορισμένο κάθε φορά χρόνο δεν δικαιολογείται από τις συνθήκες της εργασίας και τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεως, καθώς υποκρύπτεται πρόθεση του εργοδότη να καταστρατηγήσει τις σχετικές με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου του ν. 2112/1920.
Βέβαια, και μια μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου ελέγχεται ως προς τον εσωτερικό της λόγο, αν δηλαδή η ορισμένη διάρκειά της δικαιολογείται από τη φύση της εργασίας και το σκοπό που αυτή υπηρετεί ή και όταν ακόμη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεσολαβεί κενό, αλλά μικρής διάρκειας χρονικό διάστημα (βλ. ΑΠ 781/1988, ΕφΑθ 6638/1996, ΕφΑθ 3375/1999 και Ζερδελή, Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, σελ.606, αρ.1014, Βλαστό, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, σελ.571, αρ.297). Διότι και μια μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου στερεί από τον εργαζόμενο την προστασία που του παρέχουν οι ρυθμίσεις του δικαίου της καταγγελίας και συνεπώς η χωρίς περιορισμούς ελευθερία σύναψης έρχεται σε αντίθεση με τις αξιολογήσεις της έννομης τάξης που εκφράζουν οι ρυθμίσεις αυτές.
Η σύναψη, πάντως, διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου αποτελεί μια ένδειξη ότι για την απασχόληση του εργαζομένου για ορισμένο χρόνο δεν συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος. Όσο, όμως, αυξάνει ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και η βάσει αυτών συνολική διάρκεια της απασχόλησης του εργαζομένου, τόσο αυστηρότερος πρέπει να γίνεται ο έλεγχος ως προς την συνδρομή ενός αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί την ορισμένη αυτή διάρκεια. Με την αύξηση του χρόνου απασχόλησης σε συγκεκριμένο εργοδότη η εξάρτηση του εργαζομένου γίνεται εντονότερη. Αυξάνει, συγχρόνως, και η κοινωνική ευθύνη του εργοδότη απέναντι σε αυτόν τον εργαζόμενο, καθώς θα πρέπει κατά τη σύναψη μιας νέας σύμβασης ορισμένου χρόνου να εξετάσει με επιμέλεια αν τα άξια προστασίας συμφέροντα του εργαζομένου επιβάλλουν πλέον τη διαρκή («επ’ αόριστον») απασχόλησή του (βλ. Καρακατσάνη-Γαρδίκα, Ατομικό εργατικό δίκαιο, σελ. 120, Βλαστό, Η κατάχρηση δικαιώματος, σελ. 146 και Γερμανικό Εργατικό Ακυρωτικό BAG, AP Nr 28,44,63,79 παρ. 620 BGB).
Το άρθρο 5 του Π.Δ. 81/2003 (ΦΕΚ Α΄ 77/27.3.2003) «Ρυθµίσεις για τους εργαζοµένους µε συµβάσεις ορισµένου χρόνου», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει μετά το άρθρο 41 του Ν.3986/2011 (ΦΕΚ Α΄ 152/1.7.2011), προβλέπει κανόνες προστασίας των εργαζομένων από τις καταχρηστικές αυτές πρακτικές των εργοδοτών. Αφορά όμως τις συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω διατάγματος, ήτοι μετά την 27-03-2003. Συγκεκριμένα, ορίζει ότι η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης.
Στην περίπτωση, όμως, 1) μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί την ανανέωση των συμβάσεων αυτών για ορισμένο χρόνο και 2) εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη (συνεχόμενες ανανεώσεις με διακοπή μικρότερη των 45 ημερών), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Το τεκμήριο αυτό που εισάγει ο νόμος υπέρ αποδεικτικής διευκόλυνσης του εργαζομένου σημαίνει πρακτικά ότι το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση το φέρει ο εργοδότης ο οποίος πρέπει να αποδείξει ότι δεν επρόκειτο για κάλυψη πάγιων και μόνιμων αναγκών.
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr