Διακατεχόμενα δάση
Από τα άρθρα 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 συνάγεται ότι για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά τη διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου Β.Δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Τα δάση για τα οποία δεν υποβλήθηκαν τίτλοι ή υποβλήθηκαν, αλλά είτε δεν κρίθηκαν, είτε κρινόμενοι μη νόμιμοι ή άκυροι κλπ εκκρεμεί συνεπεία τούτου, η διαφορά στα δικαστήρια ή δεν έγινε σ’ αυτά προσφυγή, χαρακτηρίζονται ως “διακατεχόμενα”. Ο “διακάτοχος” κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, που πρέπει να ερμηνευθούν, σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες αναφέρονται στη “διακατοχή” συνήθως υπό την έννοια της νομής και του άρθρου 22 του νόμου της 21.6/10.7.1837 “περί διακρίσεως κτημάτων”, όπου η διακατοχή καθιερώνεται ως δικαίωμα, αντίστοιχο με εκείνο της νομής του Αστικού Κώδικα, ο διακάτοχος είναι νομέας και όχι κάτοχος του διαφιλονικούμενου δάσους. Ως “διακατεχόμενα” προσέτι, χαρακτηρίζονται ορισμένα δάση από τους δασικούς κώδικες του ν. 4173/1929 (άρθρα 62, 93, 105, 107, 108, 131) αν. 2204/1940 (άρθρο 5), ν.δ. 86/1969 (άρθρα 156, 163 ν. 998/1979 (άρθρο 7) υπό άλλη ή υπό ασαφή συχνά έννοια (ΣτΕ 484/2014). Σε τέτοια δημόσια μεν, αλλά διακατεχόμενα δάση ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από τους διακατόχους – νομείς αυτών ιδιώτες, ή αναγνωρισμένες νομικές οντότητες, όπως δήμος, μοναστήρια κλπ, όπως και σε κάθε άλλο δημόσιο, αγροτικό ή αστικό κτήμα σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) με έκτακτη χρησικτησία. Οι προϋποθέσεις αυτής ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια, με καλή πίστη. Πράξεις νομής είναι οι εμφανείς και συνεχείς πράξεις που εκδηλώνουν τη βούληση εξουσιάσεως του νομέα πάνω στο ακίνητο, ήτοι με διάνοια κυρίου, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις. Ως καλή πίστη εννοείτο η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα κυριότητας άλλων (ν. 8 παρ. 1/8 κωδ. (7.3) ν. 9 § 1 πανδ (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ (41.4), ν.6 παρ. 1 πανδ (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ (23.3) ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.8) ν. 27 πανδ. (18.1) 10.15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41.3), 11 πανδ. (51.4), 3 και 5 παρ. 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7, 4 παρ. 1 πανδ (51.4). Την ύπαρξη καλής πίστης, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Η ύπαρξη ταπίου ή άλλου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών, χωρίς αποτέλεσμα, στη διαδικασία του άρθρου 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη κατά τη συνείδηση του νομέα. Ο τριακονταετής χρόνος της χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι τις 11.9.1915, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. 21.6/3.7.1837 “περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ`/1912 “περί δικαιοστασίου”, σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 “περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης”. Μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση, μέχρι και την 11.9.1915, έκτακτης χρησικτησίας επί δασικής εκτάσεως, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε κατ`αυτόν τον τρόπο, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 “περί Δασικού Κώδικος”, με τις οποίες ορίζεται ότι, επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ`αυτών καμία πράξη νομής, ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής, ότι το Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει κύριος όλων των δασών της χώρας, τα οποία δεν έχουν αναγνωρισθεί νόμιμα ως ιδιωτικά και ότι μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ’ εαυτή ως διακατοχική πράξη. Εξ αντιδιαστολής βέβαια συνάγεται ότι, οι από της 11.9.1915 και εφεξής πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος δεν είχαν καμμία αξία ως προς την δια έκτακτης χρησικτησίας κτήση κυριότητας, εφόσον, εάν δεν έχει επέλθει αυτή μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία (11.9.1915) δεν δύναται να συμπληρωθεί ο προς χρησικτησία χρόνος και να αποκτηθεί κυριότητα κατά τον μετέπειτα χρόνο (185/2017 ΑΠ NOMOS).
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος
info@efotopoulou,gr