Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Διατάξεις που διέπουν τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, που καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, αποτελεί ιδιόρρυθμη διαρκή ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεώνεται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών. Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός δεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή. Στη σύμβαση αυτή, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ για τους εμπορικούς αντιπροσώπους π.δ/τος. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 “περί εμπορικών αντιπροσώπων”, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή (ΟλΑΠ 16/2013).

Περαιτέρω, με τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 5 του π.δ. 219/1991 ορίζεται ότι “1. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται την ειδικώς συμφωνηθείσα αμοιβή. 2. Ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ειδικών διατάξεων ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας της σύμβασης στην οποία μεσολαβεί ή συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου σύμφωνα με τις συνήθειες που εφαρμόζονται στον τόπο όπου ασκεί τη δραστηριότητά του και για την αντιπροσώπευση των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Ελλείψει παρομοίων συνθηκών ο αντιπρόσωπος δικαιούται εύλογη αμοιβή, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη”. Από τις διατάξεις αυτές, που, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζονται και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας δικαιούται να εισπράξει από το αντισυμβαλλόμενο του παραγωγό ή χονδρέμπορο` τη συμφωνημένη αμοιβή και, αν δεν υπάρχει σχετικά ειδική συμφωνία ή η υπάρχουσα είναι άκυρη, έχει αξίωση για την είσπραξη εύλογης αμοιβής. Ως εύλογη νοείται κατά πρώτο λόγο η συνηθισμένη αμοιβή, που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας των συμβάσεων του διανομέα με τους τρίτους πελάτες του, με βάση τις εμπορικές πρακτικές και συνήθειες που επικρατούν στο τόπο όπου αναπτύσσει τη δραστηριότητά του ο διανομέας, δηλαδή η αμοιβή που συνήθως δίνεται στον τόπο αυτό στους διανομείς όμοιων ή παρεμφερών προϊόντων. Αν δεν υπάρχουν στο συγκεκριμένο τόπο τέτοιες εμπορικές συνήθειες και πρακτικές, τότε η εύλογη αμοιβή προσδιορίζεται με βάση όλα τα στοιχεία που σχετίζονται με την εμπορική του πράξη. Έτσι ο διανομέας από σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην περίπτωση που αξιώνει από τον αντισυμβαλλόμενο του την καταβολή της συνηθισμένης στον τόπο όπου δραστηριοποιείται αμοιβής, θα πρέπει να αναφέρει, εκτός των άλλων, στην αγωγή του την έλλειψη ειδικής συμφωνίας, ως προς την αμοιβή του, ή την ακυρότητα αυτής και τις επικρατούσες σχετικώς στον τόπο της δραστηριότητάς του εμπορικές συνήθειες και πρακτικές και στην περίπτωση, που αξιώνει την καταβολή εύλογης αμοιβής με βάση τα σχετιζόμενα με την εμπορική πράξη στοιχεία, την έλλειψη ειδικής ως προς την αμοιβή του συμφωνίας ή την ακυρότητα αυτής, την έλλειψη σχετικώς εμπορικών συνηθειών στον τόπο της δραστηριότητάς του και όλα εκείνα τα στοιχεία που σχετίζονται με την εμπορική πράξη (4/2015 ΑΠ).

Λένα Πολύζου

Δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί