Διαζευκτική σώρευση αξιώσεων
Ο ενάγων που έχει κατά του εναγομένου περισσότερες αξιώσεις, έχει τη νομική δυνατότητα να τις ενώσει υπό προϋποθέσεις σε ένα δικόγραφο αγωγής και να τις δικάσει σε μια ενιαία διαδικασία.
Η ένωση αυτή μπορεί να λάβει τις ακόλουθες μορφές: α) τη μορφή της αθροιστικής (αντικειμενικής) σώρευσης (άρθρο 218 ΚΠολΔ), όπου οι σωρευόμενες αξιώσεις ασκούνται αθροιστικά και ανεξαρτήτως μεταξύ τους, β) τη μορφή της επικουρικής σώρευσης, όπου ο ενάγων προβάλλει ορισμένη βάση ή αίτημα της αγωγής του, επιβοηθητικά, δηλαδή μόνο για την περίπτωση που απορριφθεί η κύρια βάση ή το κύριο αίτημά του (219 ΚΠολΔ), γ) τη μορφή της διαζευκτικής σώρευσης, όπου σωρεύονται περισσότερες αιτήσεις δικαστικής προστασίας (λ.χ. ο ενάγων ζητεί την καταδίκη του εναγομένου σε αυτούσια ή χρηματική αποζημίωση), από τις οποίες ο δικαστής οφείλει να επιδικάσει τη μία ή την άλλη. Συνεπώς, πρόκειται για διαζευκτική σώρευση αγωγών, όταν υποβάλλονται στη δικαστική κρίση (συνήθως) δύο αιτήματα, από τα οποία το δικαστήριο θα αξιολογήσει κατά την κρίση του, το ένα ή το άλλο. Πλην όμως, η μορφή αυτή σώρευσης δεν προβλέπεται από το νόμο, το παραδεκτό της αμφισβητείται με το βασικό επιχείρημα ότι δεν συγκεκριμενοποιείται αρκούντως το αίτημα (216 παρ. 1γ ΚΠολΔ – απόφ. 44/2012 ΠολΠρΚυπαρισσίας, αδημοσίευτη). Κατ’ εξαίρεση θεωρείται δυνατή η διαζευκτική σώρευση στην περίπτωση της διαζευκτικής ενοχής του ουσιαστικού δικαίου (ΑΚ 305 επ.). Η εξαίρεση όμως αυτή είναι φαινομενική, δεδομένου ότι με τη διαζευκτική αυτή σώρευση δεν παρέχεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να καταδικάσει επιλεκτικά τον εναγόμενο σε μία από τις διαζευκτικά οφειλόμενες παροχές, αλλά του επιβάλλεται η υποχρέωση να εκδώσει απόφαση που περιέχει διαζευκτική κααδίκη, οπότε το δικαίωμα της επιλογής του ενάγοντος θα ασκηθεί κατά την εκτέλεση. Θα μπορούσε δηλαδή να λεχθεί ότι αφενός μεν το ελληνικό δικονομικό δίκαιο δεν προβλέπει τη μορφή της διαζευκτικής σώρευσης αγωγών, αφετέρου δε, δημιουργείται ζήτημα αοριστίας της σχετικής αγωγής, καθόσον, πέραν του ότι ο ενάγων δεν προβάλλει συγκεκριμένο αίτημα, επιπροσθέτως δεν υφίστανται εκ των προτέρων καθορισμένα κριτήρια βάσει των οποίων ο δικαστής θα επιλέξει να αξιολογήσει κατά την κρίση του το ένα αίτημα ή το άλλο.
Ως διαζευκτική ενοχή (ΑΚ 305) ορίζεται η ενοχή που παράγει ενιαία αξίωση και στην οποία από την αρχή της συστάσεώς της οφείλονται δύο ή περισσότερες παροχές, από τις οποίες όμως μόνο μία πρέπει να εκπληρωθεί. Ωστόσο, περισσότερες παροχές υπάρχουν κατά την κρατούσα άποψη (βλ. Μπαλή, Ενοχικόν Δίκαιον, Γενικό Μέρος, παρ. 10 αρ. 1, Αστ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 2η έκδοση, Τόμος Ι παρ. 7, Φίλιο, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, σελ. 100 παρ. 20) και όταν οφείλεται μία παροχή διαζευκτικά με περισσότερους τρόπους εκπλήρωσης ή αφήνεται δυνατότητα επιλογής ως προς άλλα στοιχεία της, όπως ο τόπος ή ο χρόνος εκπλήρωσης της παροχής (Ιω. Καράκωστας, Αστικός Κώδικας, Ερμηνεία-Σχόλια-Νομολογία, Ενοχικό Δίκαιο, άρθρα 287-495, τόμος Γ΄, 2006, σελ. 105, βλ. και ΕφΑθ 3760/1971 ΝοΒ 20,643, ΕφΑθ 7432/1985 Δνη 28,861 και 1300,1987 ΕλΔ 29,1988,746). Επομένως, κατά την έννοια του άρθρου 305 ΑΚ διαζευκτική είναι η ενοχή που παράγει ενιαία αξίωση και στην οποία από την αρχή της συστάσεώς της οφείλονται δύο ή περισσότερες αυτοτελείς παροχές, από τις οποίες όμως τελικά μία μόνο θα καταβληθεί, που θα καθοριστεί από το δικαιούμενο να κάνει την επιλογή, οπότε και καταλύεται η όλη ενοχή. Χαρακτηριστικό δηλαδή γνώρισμα της διαζευκτικής ενοχής είναι η αοριστία της. Ο παραγωγικός δε λόγος της διαζευκτικής ενοχής μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση, μονομερή δικαιοπραξία, δικαστική απόφαση ή νόμο. Επομένως, διαζευκτική ενοχή υπάρχει όταν εξ υπαρχής αντικείμενο αυτής είναι δύο ή περισσότερες παροχές (ή όταν οφείλεται μία παροχή διαζευκτικά με περισσότερους τρόπους εκπλήρωσης), αυτές όμως βρίσκονται μεταξύ τους σε διάζευξη, με την έννοια ότι θα καταβληθεί ή η μία ή η άλλη, δηλαδή θα καταβληθεί μόνο μία κατ’ επιλογή του δικαιούχου, ο οποίος εν αμφιβολία είναι ο οφειλέτης, ασκούμενης με μονομερή άτυπη και απευθυντέα και διαπλαστικής φύσεως δικαιοπραξία, από της οποίας επιλογής η ενοχή γίνεται απλή και οφείλεται έκτοτε η επιλεγείσα παροχή, μη δικαιουμένου του επιλέξαντος να μεταβάλει γνώμη (ΑΠ 1544/2007).
Η διαζευκτική ενοχή, όπως και η ενοχή γένους, περιέχει όμως ένα στοιχεία αοριστίας. Η άρση της αοριστίας, δηλαδή η επιλογή της παροχής που πρόκειται να καταβληθεί, συνιστά την απλοποίηση της διαζευκτικής ενοχής, η οποία μπορεί να γίνει με τους ακόλουθους τρόπους: α) με επιλογή, η οποία γίνεται άτυπα, με μονομερή αμετάκλητη και ανεπίδεκτη αιρέσεως ή προθεσμίας δήλωση βουλήσεως του δικαιούχου προσώπου προς τον άλλο ενδιαφερόμενο και επιφέρει τα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στο άλλο μέρος, χωρίς να προσαπαιτείται η αποδοχή του τελευταίου, ενώ το σχετικό δικαίωμα αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμα, καθώς με αυτό διαπλάσσεται νέα έννομη κατάσταση, αναφορικά με την προϋπάρχουσα, β) λόγω αδυναμίας παροχής, δηλαδή σε περίπτωση που μία από τις παροχές είναι ή γίνει αδύνατη, η ενοχή συγκεντρώνεται στις υπόλοιπες, γ) με συμφωνία των μερών (ΑΚ 361), τα μέρη μπορούν οποτεδήποτε να συμφωνήσουν ότι οφείλεται συγκεκριμένο αντικείμενο, οπότε η ενοχή συγκεντρώνεται στο αντικείμενο αυτό, δ) καταστροφή όλων των αντικειμένων του γένους πλην του οφειλομένου και ε) εκπλήρωση της παροχής.
Τέλος, σχετικά με το χρονικό περιορισμό της άσκησης του δικαιώματος επιλογής από τον οφειλέτη κατά το άρθρο 308 ΑΚ, προβλέπεται ότι το χρονικό σημείο μέχρι το οποίο ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει δικαίωμα επιλογής, είναι η έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΜΠρΘεσ 34559/1997, ΑρχΝ 2001, 43, ΠΠρΡοδ 13/1996 Αρμ 52, 929 ΑΠ 892/1972 ΝοΒ 21, 342).
Ευγενία Φωτοπούλου
info@efotopoulou.gr