Δικαστικά έξοδα επί ένδικων μέσων
Σύμφωνα με το άρθρο 183 του ΚΠολΔ, «Τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε. οι διατάξεις των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή».
Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, ο διάδικος που άσκησε το ένδικο μέσο και απορρίφθηκε καταδικάζεται στα έξοδα (ΑΠ 220/1979, ΝοΒ 1979.1266, 1/1997, ΕλλΔνη 1997.1543). Για την επιβολή των δικαστικών εξόδων πρέπει να υπάρχει αίτημα και δεν αρκεί το αίτημα που υποβλήθηκε κατά την δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αυτό αφορά τη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου που διεξάγεται. Αν δεν υποβληθεί αίτημα ή υποβληθεί και το δικαστήριο παραλείψει να διαλάβει διάταξη για τα δικαστικά έξοδα, μπορεί ο υπερού η δικαστική δαπάνη να υποβάλει αυτοτελή αίτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου για τον καθορισμό της (Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΜΚΠΟΛΔ, άρθρο 183, αρ. 5, σελ. 1041).
Με την αποδοχή του ενδίκου μέσου εξαφανίζεται και η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα δικαστικά έξοδα (ΕφΘεσ 291/1975, Αρμ 1975.458, 459, ΕφΑθ 1557/1978, ΕλλΔνη 1978.442, 443, 11697/1989, ΕλλΔνη 1992.157, 158). Αυτό ισχύει και όταν το ένδικο μέσο γίνεται μερικώς δεκτό κατ’ ουσίαν (ΑΠ 192/1998, ΕλλΔνη1998.825, ΕφΠερι 162/1995, ΕΔΠολ 1995.147,150).
Προϋπόθεση για την επιβολή των δικαστικών εξόδων είναι η διακράτηση της υπόθεσης από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου και η έκδοση οριστικής απόφασης. Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, συμπεριλαμβανομένης και της ανακοπής ερημοδικίας (ΕφΠειρ 597/1987, ΕλλΔνη 1988.740, 741).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail:info@efotopoulou.gr