Δυνατότητα επανέγερσης ενδίκου βοηθήματος εντός δύο μηνών από την τελεσίδικη απόρριψή του λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας
Μια από τις ουσιαστικού δικαίου συνέπειες της άσκησης της αγωγής είναι η διακοπή της παραγραφής της αξίωσης, εφόσον όμως η αγωγή ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίου μη στερουμένου δικαιοδοσίας για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς. Διότι, στην αντίθετη περίπτωση, η άσκηση της αγωγής ενώπιον στερουμένου δικαιοδοσίας δικαστηρίου, δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής, αφού η αγωγή αυτή απορρίπτεται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 4 ΚΠολΔ και δεν μπορεί να γίνει λόγος για διατήρηση των συνεπειών της ασκήσεως της (άρθρο 46 τελευταίο εδ. ΚΠολΔ). Εξαίρεση εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του νόμου 1649/1986, η οποία επαναλήφθηκε αυτούσια με το άρθρο 41 του νόμου 3659/2008. Συγκεκριμένα, το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 ορίζει: «Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ενόψει των ρυθμίσεων του ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε. Αν η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου. Το δικαστικό ένσημο, που τυχόν έχει καταβληθεί για το ένδικο βοήθημα που απορρίφθηκε, συνυπολογίζεται και για το ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου». Ενώ και το άρθρο 41 του Ν.3659/2008 επαναλαμβάνει: «Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε. Αν η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί ή είχε καταστεί τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου. Το δικαστικό ένσημο, που τυχόν έχει καταβληθεί για το ένδικο βοήθημα που απορρίφθηκε, συνυπολογίζεται και για το ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.» Έτσι, με την διάταξη αυτή του Ν. 1649/1986 ορίζεται, ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ` εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. 1406/ 1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον τού κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσιδίκου απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε (Α.Π. 632/20056 ΕλλΔνη 47, 1073), μεταξύ δε των συνεπειών αυτών και η διακοπή της παραγραφής της απαιτήσεως, την οποία, προκειμένου περί αγωγής ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, επιφέρει, κατ` άρθρο 75 παρ. 2β νόμου 2717/1999, η κατάθεση αυτής (βλ. ΕφΙωανν 24/2007, ΕΕΡΓΔ 2007/527). Η ανωτέρω ρύθμιση, θεσπισθείσα με το Ν. 1649/1986 εν όψει των ρυθμίσεων του τότε σχετικώς προσφάτου Ν. 1406/1983 με τον οποίο προσδιορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, οι διοικητικές διαφορές ουσίας και τα αρμόδια προς επίλυσή τους τακτικά διοικητικά δικαστήρια, αποτελεί έκτοτε πάγια ρύθμιση, συνταγματική (δεν αντίκειται στα άρθρα 4, 26 και 87 του Συντάγματος, βλ. ΣτΕ 5948/1995), ισχύοντας σε κάθε περίπτωση τελεσιδίκου απορρίψεως ενδίκου βοηθήματος για την ανωτέρω αιτία, και δεν είναι μεταβατική, δηλαδή δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες, κατά τη θέση της σε ισχύ, είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα (βλ. ΟλΣτΕ 3845/1997). Χαρακτηριστικά η υπ’ αρ. 3845/1997 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (ΔΙΚΗ/1998 (250), ΕΔΚΑ/1997 (703)) αναφέρει ερμηνεύοντας τελολογικά την προαναφερθείσα διάταξη: «Επειδή, κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διατάξεως του άρθ. 9 παρ. 4 του N. 1649/1986, η οποία αποβλέπει στη θεραπεία μόνο του απαραδέκτου εκ της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας (στο οποίο το ένδικο βοήθημα ασκηθεί) όχι δε και οποιουδήποτε άλλου απαραδέκτου, όπως π.χ. λόγω εκπροθέσμου, εφόσον το ένδικο βοήθημα ασκηθεί εκ νέου, αυτή τη φορά ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, μέσα στη δίμηνη προθεσμία, το τελευταίο τούτο δικαστήριο οφείλει να κρίνει, περαιτέρω, αν το ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε ενώπιον του στερουμένου δικαιοδοσίας δικαστηρίου (και γι` αυτό το λόγο απορρίφθηκε) είχε ασκηθεί εμπροθέσμως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, η κρίση δε αυτή οφείλει να γίνεται βάσει των διατάξεων που διείπαν την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου που απέρριψε το ένδικο βοήθημα (λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας) και τούτο γιατί, η μνημονευομένη διάταξη, αποβλέπει στον σκοπό που έχει πιο πάνω εκτεθεί, δηλαδή θεσπίσθηκε χάριν της προστασίας μόνο εκείνων που κατά λάθος μεν απευθύνθηκαν στο στερούμενο δικαιοδοσίας δικαστήριο, ετήρησαν, όμως, τις προβλεπόμενες από το νόμο, ως προς το δικαστήριο εκείνο, λοιπές δικονομικές διατάξεις του παραδεκτού.» Συνεπώς, η ως άνω ρύθμιση επιτρέπει την εκ νέου άσκηση ένδικου μέσου που είχε απορριφθεί λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου στο οποίο το ένδικο τούτο μέσο είχε απευθυνθεί και εφόσον αυτό ασκηθεί εντός της ως άνω ανατρεπτικής προθεσμίας διατηρούνται οι έννομες συνέπειες της αρχικής ασκήσεως του ένδικου μέσου ενώπιον του στερούμενου δικαιοδοσίας δικαστηρίου (Ολ. Στ.Ε 3845/1997). Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, έχει γίνει δεκτό (βλ. ΑΠ 800/2005, ΑΠ 801/2005, ΑΠ 639/2005) ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνον όταν εκδίδεται απορριπτική απόφαση επί της ασκηθείσας αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, αλλά και όταν πριν από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος εκ των υστέρων ότι η αγωγή του ασκήθηκε ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει εκ νέου την αγωγή του ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμένει την έκδοση απόφασης. Επομένως και στην περίπτωση αυτή θεωρείται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες ότι η αγωγή ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης. Και τούτο, διότι με τον τρόπο αυτό πληρούται ο σκοπός της παραπάνω διάταξης που συνίσταται στην επίλυση των εκκρεμών ενώπιον των δικαστηρίων υποθέσεων σε σύντομο χρονικό διάστημα και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι ασκούν το ένδικο βοήθημα ενώπιον του αρμοδίου κατά δικαιοδοσία δικαστηρίου, κινδυνεύουν να απωλέσουν τις έννομες συνέπειες από την άσκηση του ένδικου βοηθήματος και κατά συνέπεια και την ίδια την αξίωσή τους λόγω παραγραφής.
Για να ισχύσει, όμως, η βασική έννομη συνέπεια του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, δηλαδή για να κριθεί το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο του νέου ενδίκου βοηθήματος που ασκείται επί τη βάση του ως άνω άρθρου με γνώμονα τις διατάξεις του περί παραδεκτού και εμπροθέσμου που ίσχυαν ενώπιον του αρχικού δικαστηρίου που απέρριψε το ένδικο βοήθημα ως στερούμενο δικαιοδοσίας, θα πρέπει καταρχήν να στρέφεται κατά των ίδιων προσώπων και όχι τυχόν περισσοτέρων, να έχει του ίδιους λόγους και όχι διαφορετικούς και τα ίδια ακριβώς αιτήματα και όχι περισσότερα σε σχέση με εκείνα του αρχικού ένδικου βοηθήματος που απορρίφθηκε για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου στο οποίο είχε απευθυνθεί (βλ. ΔΕφΑθ 207/1991).
Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί και η υπ’ αρ. 1248/1999 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία κρίθηκε ότι η ως άνω διάταξη, μολονότι αναφέρεται στο Ν. 1406/1983 (διοικητικές διαφορές ουσίας), έχει, κατά την έννοιά της, εφαρμογή, δεδομένου ότι συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, και στις περιπτώσεις ενδίκων βοηθημάτων που ασκήθηκαν ενώπιον αναρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, κατ’ επίκληση των διατάξεων του Ν. 702/1977 (ακυρωτικές διαφορές) και απορρίφθηκαν τελεσιδίκως για το λόγο αυτό, εφ’ όσον πάντως αφορούν υποθέσεις που σχετίζονται με διαφορές που υπήχθησαν με το Ν. 702/1977 στα δικαστήρια αυτά (επρόκειτο για απόρριψη προσφυγής κατά της προσβαλλόμενης από το Διοικητικό Πρωτοδικείο ελλείψει καθ’ ύλην αρμοδιότητάς του και επανέγερση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της αυτής προσβαλομμένης στο ΣτΕ). Τέλος, παρόλο που η ως άνω ρύθμιση σκοπό έχει να προστατεύσει τους αιτούντες που «από παραδρομή» απευθύνθηκαν σε στερούμενο δικαιοδοσίας (ή αρμοδιότητας) δικαστήριο, αλλά παρά ταύτα είχαν τηρήσει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού για το «λανθασμένο» δικαστήριο, η δικονομική πρακτική δεν παρέλειψε να εκμεταλλευτεί την εν λόγω διάταξη στις περιπτώσεις απώλειας της εξηκονθήμερης προθεσμίας άσκησης της προσφυγής, καταστρατηγώντας το σκοπό της. Κάποιος που έχει απολέσει εξηκονθήμερη προθεσμία προσφυγής μπορεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια με αγωγή εντός του χρόνου παραγραφής και μετά την τελεσίδικη απόρριψη του βοηθήματός του, να στραφεί στα διοικητικά δικαστήρια βάσει του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 11649/1986, οπότε κατ’ εφαρμογή της δικονομίας του πολιτικού δικαστηρίου το ένδικο βοήθημά του θα θεωρηθεί εμπρόθεσμο (βλ. Λαζαράτος Π., Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, σ. 232 και Μελέτη του Πάνου Λαζαράτου, Επίκουρου Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, «Το πρόβλημα της εφαρμογής των άρθρων 9 παρ. 4 ν. 1649/1986 και 75 παρ.3 ΚΕΔΕ», δημοσιευμένη στη ΔΙΚΗ 1998, 327 και 331).
Θεώνη Κάδρα
Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr