Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δυνατότητα υπαγωγής των μικρεμπόρων στο Ν. 3869/2010 περί υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων

Στη διαδικασία του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα υπάγονται και οι μικρέμποροι, οι έμποροι δηλαδή, οι οποίοι διεξάγουν μικρού βεληνεκούς και χαμηλού τζίρου εμπορική δραστηριότητα, παρά το γεγονός ότι διενεργούν καταρχήν,

εν γένει εμπορικές πράξεις, αφού διενεργούν μεν κατά σύνηθες επάγγελμα κάποιες από τις πράξεις του ΒΔ του 1835 αλλά όχι με τέτοια ένταση και συχνότητα και κυρίως χωρίς ριψοκίνδυνη επενδυτική και κερδοσκοπική διαμεσολάβηση. Οι χαρακτηρισθέντες ως μικρέμποροι δεν έχουν εμπορική ιδιότητα ή εν πάση περιπτώσει δεν υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες της εμπορικής ιδιότητας ως ασκούντες μικρεμπορία. (βλ. σχετικά ΕφΑθ 11433/1995 ΔΕΕ 1996, σελ. 490, ΓνωμΟλΝΣΚ 90/2008, τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος, Περράκης Ευ., γενικό μέρος εμπορικού δικαίου, 1999, σελ. 253 κλπ) και κατά συνέπεια το κρίσιμο είναι πως μπορούν να υπαχθούν και αυτοί στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, αφού φυσικά επικαλεστούν και αποδείξουν οι ίδιοι την ιδιότητά τους ως μικρεμπόρων.

Οι μικρέμποροι ξεχωρίζουν κατά κύριο λόγο από το ότι κατουσίαν παρέχουν προσωπική εργασία με αντίτιμο κάποια αμοιβή ή με άλλα λόγια από το ότι κατουσίαν αποτελούν πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις και αποκομίζουν από αυτές κέρδος, το οποίο αποτελεί όμως περισσότερο αμοιβή του σωματικού τους κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών. Σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία μάλιστα, στην έννοια της καταπόνησης εμπίπτει όχι μόνο η σωματική αλλά και η πνευματική εργασία και εν γένει πας τρόπος επιδίωξης εισοδήματος και βιοπορισμού που εξομοιώνει κάποιον με ημερομίσθιο εργάτη. (πιο αναλυτικά, Βενιέρης-Κατσάς,Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, σελ. 67 – 69, ΕιρΣπάρτης 45/1972, ΕλλΔνη 19721, σελ. 441, ΕιρΧανίων 101/2013, τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος).

Οι μικρέμποροι διακρίνονται λοιπόν εν συντομία από το γεγονός ότι δεν αναλαμβάνουν επενδυτικό κίνδυνο, δεν έχουν σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο, δεν διέπονται από έκταση δραστηριότητας και δομή λειτουργίας που να παραπέμπουν σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος.

Σύμφωνα με τους θεωρητικούς (βλ. Περράκη Ευ., γενικό μέρος εμπορικού δικαίου, 1999, σελ. 252, Ρούσο, ΕφΑΔ 2010, σελ. 1289 κλπ) μικρέμποροι χαρακτηρίζονται όσοι ασκούν δραστηριότητα με σωματική καταπόνηση, χωρίς προσωπικό και επενδύσεις σε εξοπλισμό, εφόσον στηρίζεται η δραστηριότητά τους στην προσωπική σωματική και πνευματική τους εργασία, εφόσον αποτελούν μικροεπαγγελματίες – βιοπαλαιστές και εφόσον χαρακτηρίζονται από την άσκηση του βιοποριστικού τους επαγγέλματος με καταβολή προσωπικής εργασίας, από την οποία κερδίζουν τα αναγκαία για τη ζωή και τέλος εφόσον διέπονται από την ετοιμότητα τους ως βιοπαλαιστές να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα σε περίπτωση αποτυχίας της δραστηριότητάς τους.

Μικρέμπορος είναι κατά τη νομολογία γενικότερα, όποιος έμπορος παρουσιάζει, ετησίως μικρό τζίρο (όπως π.χ. το ετήσιο ποσό των 35.000 ευρώ ή των 17.000 ευρώ έχει κριθεί κατά περιπτώσεις ως μικρός τζίρος που απαγορεύει το χαρακτηρισμό κάποιου ως μικρεμπόρου και τον υπάγει στο καθεστώς του μικρεμπόρου). Επίσης, σύμφωνα με τη νομολογία μικρέμπορος θα πρέπει να χαρακτηριστεί ο μεταφορέας δια φορτηγού που παρέχει υπηρεσίες δια μόνης της προσωπικής του εργασίας, ο πωλητής κουλουριών, ο υδραυλικός, ο ταξιτζής, ο μικροπωλητής, ο ψιλικατζής κλπ..

 

Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί