Δωσιδικία της δικαιοπραξίας – δικαιώματα πωλητή και αγοραστή στην σύμβαση πώλησης σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεών τους
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ, διαφορές που αφορούν την ύπαρξη και το κύρος δικαιοπραξίας εν ζωή καθώς και όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος, όπου καταρτίστηκε η δικαιοπραξία ή όπου πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 185, 189 και 192 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται από το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ορισμένη υπόθεση για την συνδρομή της κατ` άρθρο 33 ΚΠολΔ κατά τόπον αρμοδιότητος, η τελείωση και επομένως, η κατάρτιση της σύμβασης επέρχεται, αφότου η δήλωση για την αποδοχή της πρότασης περιήλθε στον προτείνοντα. Μόνο από και με την γνωστοποίηση της δήλωσης αυτής επέρχεται σύμπτωση ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα των βουλήσεων που έχουν δηλωθεί από κάθε πλευρά, εφόσον η δήλωση αυτή περιέλθει προσηκόντως και εμπροθέσμως στον προτείνοντα (ΑΠ 720/1986 ΝοΒ 35.734, ΕΑ 6521/1986 ΕλλΔνη 26.1061, ΕΑ 3844/1999 ΕλλΔνη 41.1381). Έτσι, ως τόπος κατάρτισης της σύμβασης, θεωρείται ο τόπος στον οποίο περιήλθε στον προτείνοντα η αποδοχή της πρότασης. Στην περίπτωση δε που δίνεται τηλεφωνικά παραγγελία για την αποστολή ορισμένων εμπορευμάτων, η σύμβαση θεωρείται, ότι καταρτίστηκε στον τόπο της κατοικίας ή της έδρας του πωλητή κατά τον χρόνο της λήψης της τηλεφωνικής παραγγελίας περί της αγοράς και της αποστολής των εμπορευμάτων (ΕΑ 3844/1999 ανωτ., ΕΑ 8144/1985 ΕλλΔνη 26.1386) και όχι στον τόπο παραλαβής ή αποστολής του εμπορεύματος, καθ` όσον η παραλαβή η αποστολή των εμπορευμάτων είναι υποχρέωση που δημιουργείται ύστερα από συμφωνία των συμβαλλομένων, με την οποία και μόνο καταρτίζεται η σύμβαση (ΕΑ 9135/1986 Δ 18.76). Δεδομένου δε ότι η δωσιδικία της δικαιοπραξίας με την έννοια του τόπου εκπλήρωσης της παροχής μπορεί να στηριχθεί στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 320-322 ΑΚ, στη χρηματική οφειλή τόπος εκπλήρωσης της παροχής είναι η κατοικία του δανειστή στο χρόνο της καταβολής (χρέος κομίσιμο άρθρο 321 ΑΚ), εκτός εάν έχει ορισθεί διαφορετικά (ΕφΑΘ 1686/1998 Αρμ. 1998.971). Στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις κρίσιμος είναι ο τόπος εκπλήρωσης της παροχής του εναγομένου, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της επίδικης αξίωσης (ΑΠ 1660/1983 ΕΕΝ 51.654, ΑΠ 239/1982 ΕΕΝ 50.135, ΕφΑΘ 5134/2003 ΕλλΔνη 45.194,ΕφΑΘ 9961/1986 ΕλΔ 27.1323, ΕΑ 3844/1999 ανωτ., Ράμμος, Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου τ. Α` σελ. 209, Μητρόπουλος, Πολ. Δικονομία σελ. 238, Κεραμευς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο σελ. 55`66).
Αν ο πωλητής δεν εκπληρώσει οποιαδήποτε από τις κύριες υποχρεώσεις του, ο αγοραστής δικαιούται: α) να ζητήσει την αυτούσια εκπλήρωση της παροχής, β) να προβάλει την ένταση του μη εκπληρωθέντος (ή μη προσηκόντως εκπληρωθέντος) συναλλάγματος (ΑΚ 374), εφόσον δεν έχει την υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ΑΚ 376 και γ) να υπαναχωρήσει, αν πρόκειται για σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης (ΑΠ 67/1998 ΝοΒ 47/403 – ΑΚ 401 – Απ. Γεωργιάδης, ΕνοχΔ, ΕιδΜερ., τόμ. Ι, σελ. 58.3). Περαιτέρω, η ευθύνη του αγοραστή για τη μη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων διαμορφώνεται όπως και η ευθύνη του πωλητή, γιατί και ο αγοραστής είναι οφειλέτης ως προς τις δικές του υποχρεώσεις. Έτσι εφαρμόζονται και για την ευθύνη αυτού οι γενικές διατάξεις για τη μη εκπλήρωση αμφοτεροβαρούς σύμβασης. Επομένως ο πωλητής, σε περίπτωση υπερημερίας του αγοραστή ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του και συγκεκριμένα, όταν ο αγοραστής δεν καταβάλλει το τίμημα τη συμφωνημένη ημέρα, μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα των ΑΚ 343 επ., 383 επ., μπορεί να αξιώσει αυτούσια εκπλήρωση ή να προβάλει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος. Ο αγοραστής ευθύνεται πάντα για την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος ως υπερήμερος οφειλέτης και δεν γεννάται ζήτημα αδυναμίας παροχής λόγω της χρηματικής φύσης της (Γεωργιάδης, ο.π. σελ. 62, περ. αρ. 19-20). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 516, 288 και 343 εδαφ. α΄ ΑΚ συνάγεται, ότι ο αγοραστής που δεν παραλαμβάνει το πράγμα που του έχει πουληθεί και του προσφέρεται προσηκόντως περιέρχεται σε υπερημερία οφειλέτη, ευθυνόμενος για την καταβολή της παροχής που τον βαρύνει, δηλαδή του τιμήματος το οποίο έχει συμφωνηθεί (ΑΠ 304/1993 ΕλλΔνη 35/1365, Γεωργιάδης, ό.π. σελ. 54, περ. αρ·31 επ).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr