Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση Ιεράς Μονής σε εμπράγματες αγωγές
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1700/1987,με τον οποίο έγινε ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας, χρίζεται ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (6.5.1987), περιέρχεται αυτοδικαίως στον Οργανισμό Διοίκησης της Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), η αποκλειστική διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση, ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας των Ιερών Μονών, ως προς την οποία νομιμοποιείται πλέον ενεργητικώς και παθητικώς, είτε αυτή ανήκει σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στη “διατηρητέα” ή “διατηρούμενη” είτε στην “εκποιητέα” ή “ρευστοποιητέα” περιουσία. Μετά τον ως άνω ν. 1700/1987 εκδόθηκε ο ν. 1811/1988 (ΦΕΚ Α΄ 231, 1988). Με το νόμο αυτό κυρώθηκε η σύμβαση “παραχωρήσεως στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος που συμβάλλονται σ’ αυτή”, η οποία καταρτίσθηκε στην Αθήνα την 11.5.1988, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος με …/1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Παπαδοπούλου σε εκτέλεση του 1358/1988 συμβολαιογραφικού προσυμφώνου της ίδιας συμβολαιογράφου και το κείμενο της οποίας παρατίθεται ολόκληρο στο άρθρο πρώτο του ανωτέρω κυρωτικού νόμου. Ειδικότερα προβλέπεται, με το άρθρο 2 της συμβάσεως εκείνης, ότι οι αναφερόμενες στον προσαρτημένο, κατά το άρθρο 1, πίνακα Ιερές Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος, παραχωρούν συμβατικά στο Δημόσιο την αγροτολιβαδική και δασική περιουσία τους, όση είναι, εκτός από έκταση σε ακτίνα 200 μέτρων από κάθε πλευρά του κτιριακού συγκροτήματος της Μονής, ποσοστό 10% έως 200 στρέμματα, των καλλιεργήσιμων γαιών, ποσοστό 10 % έως 500 στρέμματα, των δασολιβαδικών εκτάσεων, έκταση έως 4 στρέμματα γύρω από τα Μετόχια και τους Μοναστηριακούς Ναούς, ποσοστό 20% των τουριστικά αξιοποιήσιμων εκτάσεων, ποσοστό 40% των ακινήτων που εντάχθηκαν στον σχέδιο πόλεως μετά το έτος 1952, αγροτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις που κατέχουν και νέμονται οι Μονές με νόμιμους τίτλους, καθώς και τίτλους δωρεάς, διαθήκης, κληροδοσίας ή κληρονομιάς, και πηγές που χρησιμεύουν για την ύδρευση των Μονών. Ο διαχωρισμός των τμημάτων της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας των Μονών και του ΟΔΕΠ που παραχωρείται στο Δημόσιο ή παρακρατείται από τις Μονές και τον ΟΔΕΠ διενεργείται από επιτροπή, η οποία συγκροτείται κατά νομούς με απόφαση του Νομάρχη και με πρακτικό της καθορίζει τις θέσεις, την έκταση και τα όρια των παραχωρουμένων και των παρακρατουμένων εκτάσεων (άρθρο 2 παρ. 2 της συμβάσεως). Μετά την παραχώρηση αυτή, καταργείται ο ΟΔΕΠ και η περιουσία του περιέρχεται στην κυριότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το Δημόσιο αναλαμβάνει τις δίκες που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο μεταξύ Μονών – ΟΔΕΠ και τρίτων, σχετικά με εμπράγματα δικαιώματα στην παραχωρούμενη αγροτολιβαδική και δασική περιουσία. Ενώ, τη διατηρητέα αστική και απομένουσα στην κυριότητα, νομή και κατοχή των Ιερών Μονών αγροτολιβαδική και δασική περιουσία θα διοικούν και θα διαχειρίζονται οι Ιερές Μονές που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή, τη δε ρευστοποιητέα αστική και απομένουσα στις ίδιες Μονές αγροτολιβαδική και δασική περιουσία, θα διοικεί και θα διαχειρίζεται η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία και νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά ως προς την περιουσία αυτή, υπεισερχόμενη στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του καταργούμενου Ο.Δ.Ε.Π. (άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ν. 1811/1988). Εξάλλου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις η περιέλευση στο Δημόσιο της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας των Μονών συντελείται μετά το διαχωρισμό και την οριοθέτησή της από την προβλεπόμενη επιτροπή (άρθρα 3 και 6 της συμβάσεως). Με το άρθρο δε 2 παρ. 1 του ν. 1811/1988 “οι διατάξεις του Ν. 1700/1987, κατά το μέρος που αφορούν αντικείμενα ρυθμιζόμενα με τη Σύμβαση του άρθρου 1 του παρόντος (Ν. 1811/88), δεν ισχύουν για τις Ιερές Μονές, οι οποίες αναφέρονται στον προσαρτημένο στο συμβολαιογραφικό έγγραφο της Σύμβασης πίνακα”. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μέχρι του διαχωρισμού των παραχωρούμενων ή των παρακρατούμενων από τις Μονές εκτάσεων οι Μονές νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά έναντι των τρίτων για την προστασία της ακίνητης περιουσίας τους, μη ισχυουσών έναντι των Μονών, που συμβάλλονται στην ως άνω σύμβαση, των διατάξεων των άρθρων παρ.2 και 3 παρ.1 του Ν. 1700/1987, που προβλέπουν εξάμηνη προθεσμία για τη μεταβίβαση στο Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας της περιουσίας της, μετά την παρέλευση άπρακτης της οποίας αυτή (περιουσία) θεωρείται ότι ανήκει στο Δημόσιο, νομιμοποιούνται δε, ενεργητικά και παθητικά, οι Μονές και για τη μετά το διαχωρισμό διατηρητέα αστική και απομένουσα σ’ αυτές διατηρητέα αγροτολιβαδική και δασική περιουσία, η δε Εκκλησία της Ελλάδος για τη ρευστοποιητέα αστική και απομένουσα στις Μονές αγροτολιβαδική και δασική περιουσία. Ενόψει των ανωτέρω, για το ορισμένο της αγωγής που το ΝΠΔΔ “Εκκλησία της Ελλάδος” επικαλείται ότι ασκεί, γιατί έχει αντικείμενο ρευστοποιητέα περιουσία Μονής την οποία διαχειρίζεται βάσει της σύμβασης που κυρώθηκε με το ν. 1811/1988, δεν αρκεί η αναφορά σ’ αυτήν – αγωγή – ότι η Μονή περιλαμβάνεται στον προσαρτημένο στη σύμβαση πίνακα των Ιερών Μονών, αλλά προσαπαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της σύμβασης, η επίκληση της ύπαρξης απόφασης – πρακτικού της Επιτροπής του ίδιου άρθρου της σύμβασης, το οποίο εκδόθηκε μετά τήρηση της διαδικασίας που προβλέπει το ίδιο άρθρο, περί διαχωρισμού της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας της Μονής, και, ότι, μετά το διαχωρισμό απέμεινε στη Μονή ρευστοποιητέα περιουσία στην οποία και εμπίπτει η επίδικη, αφού τότε το ενάγον ΝΠΔΔ “Εκκλησία της Ελλάδος” νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της αγωγής (1205/2014 ΑΠ NOMOS, (849/2021 ΑΠ NOMOS).
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι Ιερά Μονή, που δεν συμβλήθηκε στην από 11.5.1988 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος περί “παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος”, που κυρώθηκε με το ν. 1811/1988, ούτε προσχώρησε μεταγενέστερα σ’ αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 55 του ν. 2413/1996, που θεσπίστηκε για την πληρέστερη εναρμόνιση του εσωτερικού δικαίου της μοναστηριακής περιουσίας προς τις επιταγές του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου και του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της που κυρώθηκε με το ν. 2329/1993 και το ν.δ. 53/1974, σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 492/9.12.1994 αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδόθηκε στην υπόθεση Ιερών Μονών κατά Ελληνικού Δημοσίου (ΝοΒ 44.287-305), έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά στις δίκες που αφορούν τα δικαιώματα και συμφέροντα της σχετικά με την περιουσία της (είτε διατηρητέα είτε εκποιητέα), η δε απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων (όπως της διά χρησικτησίας κτήσης κυριότητας) και της νομής της στην προαναφερόμενη περιουσία γίνεται με κάθε αποδεικτικό μέσο (δηλαδή και με μάρτυρες) που προβλέπεται στις οικείες διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας (ΑΠ 411/1997Δνη 38.1797, ΠολΠρΤρικ 182/2001 ΕλλΔνη 42(2001)1432, ΠολΠρΤρικ 112/1999 Αρμ 2000.488), (1/2002 ΠΠρ Τρικάλων NOMOS).
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος