Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Εγγραφή αναγκαστικής προσημείωσης υποθήκης – Το ορισμένο της αιτήσεως και η έννοια του επικείμενου κινδύνου

Ο αιτών, στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων (όπως στην αίτηση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης- 706ΚΠολΔ), οφείλει από τις διατάξεις των άρθρων 111, 117, 118 αρ.4, 216 παρ.1 και 688 ΚΠολΔ να διαλαμβάνει στην αίτησή του, με ποινή απαραδέκτου,

που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ως αναγόμενο στην προδικασία, και συνοπτικώς τα πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούν το δικαίωμα, για την εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου ζητείται το ασφαλιστικό μέτρο, τον επικείμενο κίνδυνο ή την επείγουσα περίπτωση και το οφειλόμενο χρηματικό ποσό. Στα ασφαλιστικά μέτρα η αξίωση αυτή του νόμου αποβαίνει περισσότερο επιτακτική, για το λόγο ότι στις υποθέσεις αυτές είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη (ΚΠολΔ 690 παρ.1), ένεκα της οποίας ο αποδεικτικός έλεγχος των παραγωγικών γεγονότων του προστατευτέου δικαιώματος γίνεται κατ’ ανάγκην μόνο με βάση τους ισχυρισμούς που διαλαμβάνονται στην αίτηση (ΕφΑθ 1173/1999).

Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες διατάσσεται από το Δικαστήριο το ασφαλιστικό μέτρο της εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης είναι η πιθανολόγηση της απαιτήσεως προς εξασφάλιση της οποίας χορηγείται η άδεια προς εγγραφή προσημειώσεως και η πιθανολόγηση της υπάρξεως επικειμένου κινδύνου να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση αυτή. Ειδικότερα, όπως συμβαίνει και στα λοιπά συντηρητικά ασφαλιστικά μέτρα, απαιτείται να εκτίθεται ο κίνδυνος προς αποτροπή του οποίου ζητείται το ασφαλιστικό μέτρο της προσημειώσεως. Ο κίνδυνος αυτός πρέπει να θεωρείται υφιστάμενος εξαιτίας της παρελεύσεως του χρόνου και της πιθανότητας να εγγράψει άλλος υποθήκη ή προσημείωση ή να μεταβιβαστεί το ακίνητο σε τρίτον (Γεωργιάδη-Σταθοπούλου, Αστικός Κώδιξ, τ. VI, σελ. 487-491, Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, εκδ. 1980).

Η αίτηση για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει έστω και συνοπτικώς τα πιθανολογούντα τη συνδρομή του επικείμενου τέτοιου κινδύνου ή της επείγουσας αυτής περιπτώσεως περιστατικά. Η συμπλήρωση με το σημείωμα ή με παραπομπή στην κύρια αγωγή που δεν ενσωματώνεται στην αίτηση δεν είναι παραδεκτή (βλ. ΜονΠρωτΑθ 7823/2013 (Αδημοσ.), ΜονΠρωτΑθ 7810/2003, ΜονΠρωτΑθ 31951/1996, ΜονΠρωτΑθ 22493/1994, ΜονΠρωτΧαλκ 686/1991 και Χαμηλοθώρη Ι., Ασφαλιστικά μέτρα, 2000, σελ. 65 και 808-810 και σελ. 187).

Εάν δεν περιέχει συγκεκριμένα παρόντα πραγματικά περιστατικά (πχ προπαρασκευαστικές πράξεις εκποίησης, ύπαρξη οφειλών σε άλλους δανειστές, δυσμενή στοιχεία στην ΤΕΙΡΕΣΙΑ  ΑΕ) που να πιθανολογούν τον κίνδυνο που διατρέχει η αιτούσα (το ασφαλιστικό μέτρο της προσημείωσης) απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της αιτήσεως.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 682 § 1 του ΚΠολΔ, απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και να ασφαλιστεί χρηματική απαίτηση είναι να συντρέχει επικείμενος κίνδυνος (η απόδειξη του οποίου ανάγεται στο ουσία βάσιμο της αίτησης περί εγγραφής προσημείωσης). Ως επικείμενος κίνδυνος νοείται η πιθανολόγηση ότι επίκειται προσεχής αποξένωση του οφειλέτη από την κατασχετή ακίνητη περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο αιτών δανειστής θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης. Έτσι, η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ’ ου δεν αποτελεί καταρχήν τέτοιο κίνδυνο και επομένως δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει τη λήψη του συγκεκριμένου ασφαλιστικού μέτρου, μπορεί όμως να συμβεί τούτο με τη συνδρομή και άλλων όρων, εφόσον δημιουργείται επικείμενος κίνδυνος (Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 682 αριθ. 13).

Εξάλλου, δε δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, διότι με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογείτο η λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε κάθε εκκρεμή αγωγή, ενόψει της ενδεχόμενης κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελαττώσεως της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου.

Απαιτώντας συνεπώς ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, που δικαιολογείται από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαιώσεως της απαιτήσεως ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσας στιγμής (ΜΠρΑΘ 18488/1987 ΝοΒ 36, 1254) (βλ. ΜονΠρωτΘηβ 143/2013, ΜονΠρωτΘεσσαλ 13375/2013).

Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί