Επαναφορά ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο (240 ΚΠολΔ)
Το άρθρο 240 ΚΠολΔ ορίζει ότι «Για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν∙ οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο».
Όπως παρατηρείται[1], η υπό κρίσιν διάταξη καλύπτει τους λεγόμενους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (ενστάσεις, αντενστάσεις) που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις, όχι όμως τους αγωγικούς ισχυρισμούς[2], ούτε την άρνηση της αγωγής[3], ανταγωγής, ενστάσεως κ.λπ.. Η διάταξη, ωστόσο, του άρθρου 240 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και ως προς τα αποδεικτικά μέσα[4]. Έτσι, η επίκληση αποδεικτικού μέσου μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, είτε με αναφορά των προτάσεων σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου[5].
Η ως άνω διάταξη αξιώνει, για τη νόμιμη επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, τη συνδρομή αθροιστικώς τριών προϋποθέσεων[6], ήτοι α) επανυποβολής με σύντομη (συνοπτική) περίληψη των ισχυρισμών, β) ταυτόχρονης αναφοράς στις σελίδες των προηγούμενων προτάσεων που περιέχουν αυτούς, για να προκύπτει ο ισχυρισμός με σαφήνεια χωρίς την ανάγκη ανάγνωσης του όλου περιεχομένου των προτάσεων, και γ) προσκόμισης απαραιτήτως κυρωμένου αντιγράφου των προηγούμενων προτάσεων[7]. Η αναφορά πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη για να καθίσταται δυνατός, χωρίς καταπόνηση του δικαστή, ο εντοπισμός του ισχυρισμού που επανυποβάλλεται.
Ενόψει τούτου, δε συνιστά νόμιμη κατ’ άρθρο 240 ΚΠολΔ και παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού και νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, η γενική με τις προτάσεις αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει σε πρώτο βαθμό. Για το παραδεκτό επιβάλλεται παραπομπή σε συγκεκριμένα χωρία των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, στα οποία περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης[8]. Κατά συνέπεια, δεν είναι νόμιμη η προσκόμιση στη μετ’ αναβολή συζήτηση ή στη συζήτηση ενώπιον του εφετείου και η επίκληση ένορκης βεβαίωσης, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται μόνο γενική αναφορά σε όλα τα έγγραφα τα οποία ο διάδικος είχε προσκομίσει με επίκληση πρωτοδίκως, χωρίς αναφορά στις ένορκες βεβαιώσεις με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους[9]. Ούτε θεωρείται νόμιμη επαναφορά η αντιγραφή των προηγούμενων προτάσεων[10] ή η συρραφή και φωτοτυπική ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης με συνολική αναφορά σε αυτές, χωρίς ειδικότερη μνεία των ισχυρισμών που αναφέρονται, όπως όταν ο διάδικος αναφέρει γενικά «επειδή προσάγουμε και επικαλούμαστε όλα τα πρωτοδίκως προσαγόμενα και επικαλούμενα έγγραφα»[11]. Έχει κριθεί, ωστόσο, ότι δεν πρόκειται για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες κατέστησαν ενιαίες[12]. Έτσι, κατά την υπ’ αριθμ. 794/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, «…Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ’ έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009). Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ’ έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη»[13].
Όσον αφορά, δε, στην έννοια της συζήτησης, ως συζήτηση στην προκείμενη διάταξη νοείται η μετ’ αναβολή συζήτηση ή η συνεδρίαση που λαμβάνει χώρα αφότου εκδόθηκε μη οριστική απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ή η συζήτηση του τακτικού ενδίκου μέσου (έφεσης ή ανακοπής ερημοδικίας) ή η επαναλαμβανόμενη συζήτηση κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ ή η συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής λόγω αναρμοδιότητας (άρθρο 46 ΚΠολΔ). Ισχυρισμοί που είχαν προταθεί με τις προτάσεις στο αναρμόδιο δικαστήριο νομίμως προβάλλονται με τις προτάσεις στο αρμόδιο δικαστήριο και αν ακόμη στις τελευταίες έχουν ενσωματωθεί (συρραφθεί) οι πρώτες, που τους περιέχουν και οι οποίες θεωρούνται ως μέρος των προτάσεων στο αρμόδιο δικαστήριο. Η αυτή λύση προσήκει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση με την οποία εσφαλμένα είχε κηρυχθεί αναρμόδιο το δικαστήριο και είχε παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο και μετά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσίαν[14].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 1-590, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 724 επ. (υπό άρθρο 240).
[2] Βλ. ΑΠ 2165/2007, ΑΠ 729/2006, ΑΠ 1417/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 433/1998, ΕλλΔνη 1998, σελ. 1316.
[3] Βλ. ΑΠ 1033/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[4] Βλ. ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 1563/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Για την παλαιότερη άποψη που έχει πλέον εγκαταλειφθεί, βλ. ΑΠ 264/1989, ΕλλΔνη 1990, σελ. 526.
[5] Βλ. ΑΠ 296/2011, ΟλΑΠ 23/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 121/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΧρΙΔ 2011, σελ. 670.
[6] Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, Άρθρα 221-477, Αθήνα 1994, σελ. 125 (υπό άρθρο 240).
[7] Κατά την ΠΠΑ 1738/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, «Εάν ο αντίδικος δεν αμφισβητεί ότι ο ισχυρισμός υποβλήθηκε κατά την προηγούμενη συζήτηση δεν απαιτείται καν υποβολή κεκυρωμένου αντιγράφου των προηγουμένων προτάσεων. Εάν όμως ο αντίδικος αποκρούει τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο για το λόγο ότι δεν έχει προταθεί στην πρώτη συζήτηση ή ενώπιον του κατωτέρου δικαστηρίου τότε ο προβάλλων τον ισχυρισμό οφείλει να αποδείξει με την προσαγωγή των προτάσεων εκείνων ότι είχε προτείνει τον ισχυρισμό εγκαίρως προηγουμένως. Την ανάγκην αυτή της αποδείξεως της εγκαίρου προηγουμένης υποβολής του ισχυρισμού υπηρετεί η διάταξη αυτή περί της επαναφοράς των προτάσεων της προηγουμένης συζητήσεως, εάν ο ισχυρισμός περιέχεται πλήρης στις προτάσεις της επομένης συζητήσεως κατά την οποίαν και επίσης προβάλλεται. Εάν δεν περιέχεται πλήρης ο ισχυρισμός στις προτάσεις της επομένης συζητήσεως μπορεί να γίνει επαναφορά του με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στην προηγούμενη συζήτηση με σύντομη περίληψη του ισχυρισμού και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων αυτών, που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο (ΑΠ 543/1996 ΕλλΔνη 1998.1316)».
[8] Βλ. ΑΠ 368/2012, ΧρΙΔ 2012, σελ. 608, ΟλΑΠ 23/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[9] Βλ. ΑΠ 96/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 746/2007, ΕΠολΔ 1, σελ. 328 με παρατηρήσεις Κ. Καλαβρού.
[10] Βλ. ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 10/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[11] Βλ. ΑΠ 794/2017, ΑΠ 476/2011, ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 9/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 824/2010, ΝοΒ 2010, σελ. 2481.
[12] Βλ. ΑΠ 476/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[13] Βλ. ΑΠ 794/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[14] Βλ. ΑΠ 83/2015, ΕφΑΔ 2015, σελ. 643.