Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Επί περιπτώσεων μη επίδοσης αγωγής, ματαιώσεως της συζήτησης αυτής και επαναφοράς με κλήση, δεν αρκεί επίδοση της κλήσεως, αλλά προσαπαιτείται και επίδοση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου

Στις θεμελιώδεις δικονομικές αρχές, που προβλέπονται από το εθνικό μας δίκαιο, ο νομοθέτης ρητώς συγκαταλέγει την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 ΚΠολΔ) και την αρχή της νόμιμης προδικασίας (άρθρο 111 ΚΠολΔ), με ευθεία αναγωγή στο δικονομικό αξίωμα «μηδένα δικάζειν ανήκουστον» και στο συνταγματικώς κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα της παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος). Επί τη βάσει των θεμελιωδών αυτών αρχών, η δικονομία επιτάσσει την έγκυρη και έγκαιρη γνωστοποίηση ορισμένων βασικών διαδικαστικών πράξεων μεταξύ των διαδίκων, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της πρωτοβουλίας των διαδίκων (άρθρο 108 ΚΠολΔ), προκειμένου αυτές οι πράξεις να παράγουν έννομα αποτελέσματα, τόσο ουσιαστικού, όσο και δικονομικού χαρακτήρα. Κυρίαρχο μέσο εκφράσεως των ανωτέρω αρχών στο πλαίσιο της δικονομικής πράξεως είναι η επίδοση εγγράφων[1].

Με τον όρο επίδοση νοείται η πανηγυρικής φύσεως υλική ενέργεια εγχειρίσεως (ή άλλης κατά νόμον ισοδύναμης πράξεως) ενός εγγράφου από ένα πρόσωπο (τον παραγγέλλοντα την επίδοση) προς ένα άλλο (τον παραλήπτη, προς ον η επίδοση), η οποία διενεργείται με τη μεσολάβηση ειδικώς διορισμένου προς τούτο οργάνου της δημόσιας αρχής. Η συντέλεση της επιδόσεως αποτελεί αφενός νόμιμο τεκμήριο ότι ο προς ον η επίδοση έλαβε γνώση του περιεχομένου του επιδιδομένου εγγράφου και αφετέρου νόμιμη αφετηρία για την επέλευση των εννόμων συνεπειών που ο νόμος συνδέει μ’ αυτήν. Επειδή η επίδοση στο σύνολό της περιβάλλεται τον πανηγυρικό τύπο, η συντέλεσή της διέπεται πρωτίστως από το τυπικό δίκαιο. Επομένως, νόμιμη είναι μία επίδοση όταν είναι νομότυπη. Μία επίδοση, η οποία στερείται τυπικού κύρους, είναι άκυρη και συνεπάγεται την έλλειψη νόμιμης επιδόσεως, ήτοι την ανατροπή των εννόμων συνεπειών που νομίμως και αναγκαίως συνδέονται με τη συντέλεση της επιδόσεως. Η έλλειψη αυτή εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ή προτείνεται από το διάδικο που την επικαλείται μέσω της προβολής της ενστάσεως ελλείψεως νόμιμης επιδόσεως (ή ενστάσεως ακυρότητας της επιδόσεως).

Η ρύθμιση του φαινομένου της ελλείψεως νόμιμης επίδοσης, ως διεπόμενη από το τυπικό δίκαιο, συγκεντρώνεται κατ’ αρχήν στις περί ακυροτήτων δικονομικές διατάξεις (άρθρα 159-161 ΚΠολΔ), οι οποίες επιβάλλουν την πρόταση της ακυρότητας εντός ορισμένου χρόνου και με ορισμένο τρόπο. Επομένως, η ένσταση ελλείψεως νόμιμης επιδόσεως είναι αμιγώς δικονομική ανατρεπτική ένσταση και συνίσταται στην προβολή, από μέρους του ενισταμένου, εκείνων των γεγονότων που, στο πλαίσιο εφαρμογής του τυπικού δικαίου των ενστάσεων, πλήττουν το τυπικό κύρος της επιδόσεως και οδηγούν, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 159 ΚΠολΔ, – με κυριότερη αυτήν της συνδρομής ανεπανόρθωτης βλάβης που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων την ακυρότητα – στην απαγγελία της ακυρότητας αυτής, με περαιτέρω αποτέλεσμα τη μη πλήρωση των εννόμων ουσιαστικών και δικονομικών συνεπειών της ακυρωθείσας επιδόσεως.

Δικονομικές διατάξεις που σχετίζονται με την έλλειψη νόμιμης επιδόσεως, απαντούν και στα κεφάλαια που ΚΠολΔ που ασχολούνται με θέματα ερημοδικίας (πραγματικής ή πλασματικής), τόσο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρο 271 ΚΠολΔ), όσο και στα ένδικα μέσα, τακτικά (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) και έκτακτα (άρθρα 548, 558 εδ. β΄, 576), αλλά και στις ειδικές διαδικασίες (άρθρο 748 παρ. 2 ΚΠολΔ). Οι διατάξεις αυτές μάλιστα υποχρεώνουν το δικαστήριο σε αυτεπάγγελτο έλεγχο του νομοτύπου της επιδόσεως. Αν όμως ο διάδικος παραστεί, επανέρχεται ο ανωτέρω κανόνας περί ενστάσεως ακυρότητας με τις διατυπώσεις και υπό τις προϋποθέσεις των ανωτέρω περί ακυροτήτων διατάξεων. Η δε απαγγελία της ακυρότητας, σε αυτή την περίπτωση, έχει αναβλητικό αποτέλεσμα, συνιστάμενο στην κήρυξη της συζητήσεως ως απαράδεκτης, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις. Επομένως, η ένσταση ή αυτεπάγγελτη εξέταση, κατά περίπτωση, περί ακυρότητας της επιδόσεως εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, είναι δικονομική και αναβλητική.

Στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου, η ακυρότητα της γενομένης επιδόσεως συνεπιφέρει και τη μη πλήρωση των εννόμων συνεπειών που κατά το ουσιαστικό δίκαιο συνέχονται με τη νομότυπη επίδοση. Σε δικονομικό επίπεδο, η άκυρη επίδοση κατ’ αρχήν συμπαρασύρει σε ακυρότητα όλες εκείνες τις διαδικαστικές πράξεις, για τη διενέργεια των οποίων απαιτείται επίδοση κλήσεως ή γνωστοποιήσεως – με κυριότερη βέβαια την κατά τα άρθρα 215 και 221 ΚΠολΔ ανατροπή της «ασκήσεως» της αγωγής, η οποία κατά νόμον συνίσταται σε κατάθεση και επίδοση αυτής – ή δεν κινεί τη σχετική δικονομική προθεσμία που ως αφετηρία έχει τη νομότυπη επίδοση.

Ωστόσο, οι δικονομικού δικαίου συνέπειες της άκυρης επιδόσεως αναγκαίως προϋποθέτουν τη διάγνωση και κατάφαση της ελαττωματικότητας της ίδιας της επιδόσεως. Στο σημείο αυτό, ακριβώς έγκειται η διαφοροποίηση των δικονομικού δικαίου συνεπειών της άκυρης επιδόσεως, σε σύγκριση με τις ουσιαστικού δικαίου συνέπειες, καθ’ ο μέτρο η δικονομία αξιώνει τη συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης του ενισταμένου διαδίκου εκείνου που προτείνει, με την προβολή της ενστάσεως ελλείψεως επίδοσης, την ακυρότητα (άρθρο 159 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, σε περίπτωση επιδόσεως που δεν πληροί τους ορισμούς του νόμου και εξ αυτού του λόγου πάσχει, το δικαστήριο απαγγέλλει την ακυρότητα αυτής της επιδόσεως (και παραλλήλως διαγιγνώσκει την ακυρότητα όλων εκείνων των διαδικαστικών πράξεων που ερείδονται σ’ αυτήν ή αναγκαίως συνέχονται μ’ αυτήν, με συνέπεια την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, κατά περίπτωση), μόνον εφόσον διαπιστώσει ότι η υπό εξέταση δικονομική παράβαση προκάλεσε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα την ακυρότητα διάδικο.

Θα πρέπει δε να τονισθεί η απαραίτητη διάκριση ανάμεσα στην ελαττωματική επίδοση (ήτοι στην επίδοση που συντελέσθηκε μεν, πλην όμως δε διενεργήθηκε νομοτύπως) και στην ανυπόστατη (ή ανύπαρκτη) επίδοση (ήτοι εκείνη που είτε δεν έλαβε χώρα καθόλου είτε είναι ανυπόστατη ως πράξη). Στην πρώτη περίπτωση, ορθώς αξιώνεται η συνδρομή του στοιχείου της βλάβης κατά τ’ ανωτέρω. Στη δεύτερη όμως περίπτωση, δεν πρόκειται καν περί ακυρότητας της «επιδόσεως», η δε ακυρότητα των ερειδομένων σ’ αυτήν διαδικαστικών πράξεων προτείνεται (αλλά και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως κατά περίπτωση), χωρίς βεβαίως να απαιτείται η συνδρομή οποιασδήποτε βλάβης[2].

Η ακυρότητα της επιδόσεως κατά τ’ ανωτέρω προτείνεται παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 160 παρ. 3 ΚΠολΔ, με την προβολή της σχετικής ενστάσεως κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη. Η δε σχετική περί συνδρομής ή μη βλάβης του διαδίκου κρίση του δικαστηρίου βασίζεται στους κανόνες ελεύθερης αποδείξεως και δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Περαιτέρω, όπως γίνεται θεωρητικά[3] και νομολογιακά[4] δεκτό, από τη διάταξη του άρθρου 215 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ που ορίζει ότι η αγωγή ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, προκύπτει ότι η άσκηση της αγωγής είναι σύνθετη διαδικαστική πράξη, η οποία ολοκληρώνεται αν μετά την κατάθεση του αγωγικού δικογράφου ακολουθήσει και η επίδοσή του στον εναγόμενο, προκειμένου αυτός να ενημερωθεί για την εναντίον του αγωγή, διαφορετικά αυτή είναι ανυπόστατη και η συζήτησή της απαράδεκτη. Έτσι, η επίδοση του αγωγικού δικογράφου ανάγεται σε όρο του υποστατού της αγωγής, που διασφαλίζει το κατοχυρωμένο από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα ακρόασης του εναγομένου, εφόσον η επίδοση της αγωγής συνδυασθεί και με την επιβαλλόμενη από το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ κλήση προς τον εναγόμενο να παραστεί κατά τη συζήτησή της σε συγκεκριμένη δικάσιμο. Το ανυπόστατο της αγωγής, που προκαλείται από την έλλειψη επίδοσής της στον εναγόμενο, μπορεί ασφαλώς να καλυφθεί με τη μεταγενέστερη επίδοσή της, με την έννοια ότι έκτοτε, και πάντως όχι αναδρομικά, θα θεωρηθεί ολοκληρωμένη η άσκηση της αγωγής και θα επέλθουν, κατά το άρθρο 221 παρ. 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ, οι συνέπειες που συνδέει με την άσκησή της το ουσιαστικό δίκαιο.

Με δεδομένο ωστόσο ότι η επίδοση της αγωγής αποσκοπεί πρωτίστως να διασφαλίσει το δικαίωμα ακρόασης του εναγομένου, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 215 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ δεν μπορεί να παραμεριστεί με συμφωνία των μερών, που θα προβλέπει διαφορετικό τρόπο άσκησης της αγωγής, όμως, εφόσον ο εναγόμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της αγωγής και δεν αντιλέγει παρά την έλλειψη επίδοσής της σ’ αυτόν ή επέσπευσε ο ίδιος τη συζήτησή της, θεωρείται ότι αναπληρώνεται κατ’ αυτό τον τρόπο η ελλείπουσα επίδοση της αγωγής και κατ’ επέκταση θεραπεύεται το ανυπόστατο της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης. Επιχείρημα προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να συναχθεί τόσο από τη διάταξη του άρθρου 271 παρ. 1 ΚΠολΔ, που επιβάλλει στο δικαστήριο να εξετάσει την ύπαρξη νόμιμης επίδοσης της αγωγής και της κλήσης προς συζήτησή της (μόνο) σε περίπτωση απουσίας ή μη νόμιμης παράστασης του εναγομένου κατά τη συζήτησή της, οπότε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί ότι η έλλειψη επίδοσης της αγωγής ως όρος του υποστατού αυτής καλύπτεται στην περίπτωση που ο εναγόμενος παρίσταται χωρίς αντίρρηση στη συζήτησή της ή την επέσπευσε ο ίδιος, όσο και από τη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εξομοιώνει την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους κατά τη δημοσίευση μη οριστικών αποφάσεων με επίδοση των αποφάσεων σ’ αυτούς.

Διαφορετική, εξ άλλου, από την παντελή έλλειψη επίδοσης της αγωγής είναι η ελαττωματική επίδοσή της, η οποία δεν έχει κατ’ αρχήν ως συνέπεια το ανυπόστατο της αγωγής, αλλά το απαράδεκτο της συζήτησής της σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου. Ωστόσο ενδέχεται και στην περίπτωση αυτή να παραστεί χωρίς αντίρρηση ο εναγόμενος στη συζήτηση της αγωγής, οπότε θα πρέπει και πάλι να θεωρηθεί ότι η παρουσία του αναπληρώνει την ελλείπουσα επίδοση. Αντίστοιχα, στο χρόνο συζήτησης της αγωγής ή, ανάλογα, της επίσπευσης της συζήτησής της από τον εναγόμενο τοποθετείται η έναρξη των ουσιαστικών συνεπειών της[5].

Εφόσον πάντως ο εναγόμενος παρέστη στη συζήτηση της αγωγής προβάλλοντας κατ’ ένσταση την έλλειψη νόμιμης επίδοσής της σ’ αυτόν, η έλλειψη αυτή είναι κρίσιμη, αν παράλληλα επικαλεστεί και αποδείξει βλάβη του από την έλλειψη επίδοσης της αγωγής που δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησής της. Πρόκειται για δικονομική βλάβη, που δεν συνέχεται με την ίδια την υπόσταση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, αλλά με το παραδεκτό μόνο της συζήτησής της και κατ’ αυτή μόνο την έννοια είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 159 περ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ανεπίδοτης αγωγής και όχι βέβαια για να κριθεί ανυπόστατη η ίδια η αγωγή.

Τέλος, όπως έχει διακηρυχθεί από τα ημέτερα δικαστήρια επί περιπτώσεων ματαιώσεως της συζήτησης και επαναφοράς με κλήση[6], από το συνδυασμό των διατάξεων 228, 229, 230, 260 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι μετά την, για οποιοδήποτε λόγο, ματαίωση της συζήτησης της αγωγής ο διάδικος, που ενδιαφέρεται για την επαναφορά και συζήτησή της, μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο κλήση και να επιδώσει αυτήν στον αντίδικό του, καλώντας τον στη συζήτηση, τηρώντας τις προθεσμίες που αναγράφονται στο άρθρο 228. Η ματαίωση δεν επηρεάζει τις συνέπειες επέλευσης των δικονομικών αποτελεσμάτων της αγωγής, που επήλθαν με την κατάθεσή της, που διατηρούνται χωρίς να απαιτείται νέα κατάθεση, εφόσον βέβαια η μη νόμιμη επίδοση (ή και η μη επίδοσή της) δεν καθιστά την κατάθεση της αγωγής ανυπόστατη ή άκυρη. Ως συνέπεια, η εκπρόθεσμη ή μη νόμιμη κοινοποίηση της αγωγής και αναβολή ή ματαίωση της συζήτησής της στη συνέχεια δεν επιβάλλει την εκ νέου κοινοποίησή της, εφόσον επιδόθηκε, έστω και εκπρόθεσμα. Διότι και η εκπρόθεσμη επίδοση, που δεν είναι άκυρη, παράγει μέχρι τώρα, υπό την παρούσα έννομη τάξη, έννομα αποτελέσματα[7]. Το εκπρόθεσμο συνεπάγεται μόνο το απαράδεκτο της συζήτησης κατά την αρχική δικάσιμο και οι όποιες ελλείψεις θεραπεύονται με την εκ νέου επίδοση της κλήσης προς συζήτηση. Διότι, επιτυγχάνεται η προσταγή του νόμου για γνώση του αντικειμένου της αγωγής από τον εναγόμενο και χρόνο προετοιμασίας των αντιρρήσεών του.

Στην περίπτωση, όμως, που δεν επιδόθηκε καθόλου η αγωγή και στη συνέχεια ματαιώθηκε η συζήτησή της, θα πρέπει να επιδοθεί στον εναγόμενο που δεν κλήθηκε, όχι μόνο η κλήση για τη νέα συζήτηση, αλλά και η αγωγή, που αποτελεί το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο (ΕιρΑθ 1492/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠΑ 3302/2006, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 87/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Διότι, αφενός λόγω της παντελούς έλλειψης κοινοποίησης της αγωγής δεν επέρχεται κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφετέρου ο εναγόμενος δεν έχει γνώση και δεν μπορεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισής του, κατ’ άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ που προϋποθέτει τη γνώση.

 

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Π. Η. Κολοτούρο, Ενστάσεις κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 2, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011, σελ. 307-309, 332-338.

[2] Πρβλ. ΑΠ 1008/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1403/2005, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1470/2004 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 279/2004 ΝοΒ 2005, σελ. 277 επ., ΑΠ 69/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 116/1998, ΕλλΔνη 1998, σελ. 557 επ..

[3] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 3η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 479-480 (υπό άρθρο 215), σελ. 502 (υπό άρθρο 221), σελ. 535 (υπό άρθρο 229), Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Α΄, Άρθρα 1-220, Αθήνα 1996, σελ. 1097-1099 (υπό άρθρο 215), Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Α΄, Άρθρα 221-477, Αθήνα 1994, σελ. 101-103 (υπό άρθρο 229), Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Ι, 1-590, Εκδόσεις Σάκκουλα/Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/Αθήνα-Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, σελ. 479 (υπό άρθρο 221), σελ. 502-503 (υπό άρθρο 229).

[4] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1081/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4336/2007, ΝοΒ 56 (2008), σελ. 1836, ΟλΑΠ 2/2001, ΝοΒ 49 (2001), σελ. 1804, ΟλΑΠ 12/2000, ΕλλΔνη 41 (2000), σελ. 949, ΕφΑθ 852/1995, ΕλλΔνη 1996, σελ. 1613-1614, ΑΠ 622/1994, ΕλλΔνη 1995, σελ. 858-859, ΕφΑθ 1004/1989, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 621/1980, ΝοΒ 1980, σελ. 1980, ΑΠ 204/1978, Δ 11 (1980), σελ. 660.

[5] Βλ. ΑΠ 1629/1973.

[6] Βλ. ενδεικτικά ΕιρΑθ 1492/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 87/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠΑ 3302/2006, ΤΝΠ ΔΣΑ.

[7] Βλ. ΕφΑθ 2972/2009, ΕλλΔνη 2010, σελ. 1058.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί