Επικουρική σώρευση αιτημάτων στην αγωγή εργαζομένου για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 5 § 3 ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 4 ν. 2556/1997, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής και αναιτιώδης δικαιοπραξία και θεωρείται έγκυρη,
εφόσον γίνει εγγράφως, καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση και έχει καταχωριστεί η απασχόληση στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυμένος, άλλως η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (βλ. ΑΠ 1106/2000 ΔΕΝ 2001. 19, ΑΠ 1169/1999 ΔΕΝ 2000. 72, ΕφΑΘ 7668/2000 ΔΕΝ 2003. 1397 και μελέτη ΔΕΝ 1998. 652).
Ο δε εργοδότης που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού του, γίνεται υπερήμερος (άρθ. 349, 350 ΑΚ) και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού του (άρθ. 656 ΑΚ). Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να ζητήσει τους μισθούς του (μισθοί υπερημερίας) ή εν όψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να απαιτήσει απλώς την αποζημίωση του ν. 2112/1920, δυνάμενος να ενώσει στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής προς συνεκδίκαση και τα δύο αιτήματα (άρθρο 218 ΚΠολΔ), εφ’ όσον το δεύτερο τούτων προβάλλει επικουρικώς για την περίπτωση απόρριψης του πρώτου (άρθρο 219 ΚΠολΔ).
Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να σωρεύσει αθροιστικά αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας με αίτημα για καταβολή της αποζημίωσης από έγκυρη καταγγελία, διότι τα αιτήματα αυτά αντιφάσκουν προφανώς μεταξύ τους και καθιστούν αδύνατη την ερμηνεία της βούλησης του, δηλαδή δεν μπορεί να διαγνωσθεί αν με την αγωγή του επιδιώκει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, ώστε να διατηρήσει το δικαίωμα του να επιδιώξει μισθούς υπερημερίας ή αν ασκώντας αυτή παραιτείται σιωπηρά από το δικαίωμα του για προσβολή του κύρους της καταγγελίας και αρκείται στην καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης (βλ. ΕφΑθ 411/2011, Δ/ΝΗ 2013/1068, όπου ρητά τονίζεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αθροιστική σώρευση των αιτημάτων αυτών και ΠολΠρωτΘεσσαλ 3626/2013, ΑΠ 548/2000 ΕλλΔνη 41.1615, ΑΠ 1169/1999 ΔΕΝ 2000. 72, ΑΠ 590/1994 ΕλλΔνη 36. 162, ΑΠ 54/1997 ΕΕργΔ 1999.13, ΑΠ 83/1997 ΕΕργΔ 1998. 12, ΑΠ 1176/1995 ΕλλΔνη 1997. 818, ΑΠ 590/1994 ΕλλΔνη 1995. 162, ΑΠ 701/1991 ΕλλΔνη 1992.121, ΑΠ 1818/1990 ΔΕΝ 1992. 989, ΑΠ 986/1972 ΝοΒ 1973.496).
Αν όμως, παρά ταύτα, οι πιο πάνω αιτήσεις σωρευτούν αθροιστικά στο ίδιο δικόγραφο, αυτό δεν καθίσταται άκυρο αλλά διατάσσεται, ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός τους (ΕφΑΘ 6808/2007 ΕλλΔνη 2008. 520, ΕφΑΘ 5416/1995 ΕλλΔνη 1996. 1635, ΕφΛαρ 301/2003 Δικογρ. 2003.383, Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας, 2002, σ 540 αριθ. 903, Μακρίδου σε Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 218 αριθ. 17).
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr