Ερμηνευτική προσέγγιση και άρση της κανονιστικής σύγκρουσης μεταξύ αντίρροπων πολεοδομικών διατάξεων στο Ν. 4178/2013
(Σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της υπαγωγής στην τακτοποίηση των πολεοδομικά προβληματικών δημοτικών κτισμάτων σε παραδοσιακούς οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων).
Σύμφωνα με το άρθρο 953 ΑΚ συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα, χωρίς βλάβη αυτού του ιδίου ή του κύριου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού τους, δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματος δικαιώματος. Επίσης, σύμφωνα με το 954 ΑΚ συστατικό είναι το πράγμα που έχει συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα. Συνεπώς στα οικοδομήματα δεν είναι δυνατόν να υπάρχει οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα αυτοτελώς και χωριστά σε σχέση με το οικόπεδο, εκτός εάν στο συγκεκριμένο οικόπεδο έχει συσταθεί οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία.
Σύμφωνα με το ν. 4178/2013 αναστέλλεται η επιβολή κυρώσεων μετά την καταβολή ενιαίου ειδικού προστίμου, ανάλογα με την κατηγορία παράβασης, για κτίρια, των οποίων έχει ολοκληρωθεί ο φέρων οργανισμός, και χρήσεων, που έχουν εγκατασταθεί και έχουν ανεγερθεί καθ’ υπέρβαση είτε της οικοδομικής άδειας είτε των όρων ή περιορισμών δόμησης του ακινήτου είτε χωρίς οικοδομική άδεια, εφόσον η χρήση τους δεν απαγορεύεται από τις πολεοδομικές διατάξεις για τις χρήσεις γης που ισχύουν στην περιοχή του ακινήτου ή δεν απαγορευόταν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας ή κατά το χρόνο κατασκευής ή εγκατάστασης της αυθαίρετης χρήσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 4071/2012 υφιστάμενα σχολεία, δημοτικά κτίρια και δημοτικές υποδομές υπάγονται στις διατάξεις του ν. 4178/2013 (πλέον, γιατί παλαιότερα ίσχυε ο ν. 4014/2011), χωρίς να απαιτείται καμία διαδικασία ή πρόστιμο. Συγκεκριμένα κατά τη διάταξη αυτή: «υφιστάμενα σχολεία, δημοτικά κτίρια και δημοτικές υποδομές, περιλαμβανομένων των αθλητικών που στερούνται οικοδομικής αδείας και έχουν κατασκευαστεί μετά από δημόσιο διαγωνισμό, υπάγονται με τον παρόντα νόμο στις διατάξεις του ν. 4014/2011, χωρίς να απαιτείται καμία διαδικασία ή πρόστιμο. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κτίρια και οι υποδομές του προηγουμένου εδαφίου προέκυψαν από αλλαγή χρήσης ή από δωρεά, για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του ν. 4014/2011 απαιτείται βεβαίωση στατικής επάρκειας». Με την εν λόγω διάταξη θεσπίστηκε εξαιρετική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία τα κτίρια, τα οποία ανήκουν σε Δήμους και πάσχουν από οποιουδήποτε είδους πολεοδομικές παραβάσεις και υφίστανται πριν τη δημοσίευση του νόμου την 11-4-2012 (Φ.Ε.Κ. 85/11-04-2012, Τεύχος Α΄) υπάγονται αυτοδικαίως στις διατάξεις του νόμου περί τακτοποίησης αυθαιρέτων και αναστέλλεται η επιβολή οποιουδήποτε είδους κυρώσεων για τριάντα (30) έτη, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε διαδικασία ή καταβολή προστίμου και χωρίς να απαιτείται να πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Ν. 4178/2013, αφού ευθέως αναφέρεται στον ως άνω νόμο ότι τα εν λόγω κτίρια υπάγονται αυτοδικαίως στις διατάξεις του εν λόγω νόμου. Οι μόνες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης που τίθενται είναι τα τακτοποιούμενα κτίρια να έχουν οποιουδήποτε είδους πολεοδομική παράβαση, να υφίστανται πριν τη δημοσίευση του Ν. 4071/2012 την 11-04-2012 και να ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα σε οποιοδήποτε Δήμο.
Προς επίρρωση των ανωτέρω λεχθέντων και σε πάση συμφωνία με αυτά το άρθρο 16 του ίδιου του νόμου 4178/2013, με την παρ. 1 περ. θ. αυτού (ν. 4178/2013), προβλέπει ειδική εξαίρεση από την απαγόρευση τακτοποίησης και άρα επιτρέπει απρόσκοπτα και απροβλημάτιστα την υπαγωγή στο ευνοϊκό καθεστώς της τακτοποίησης για τα ανεγερθέντα κτίσματα κυριότητας των ΟΤΑ. Αναλυτικότερα το άρθρο αυτό εμπεριέχει και απαριθμεί ειδικές περιπτώσεις αυθαιρέτων κατασκευών ακινήτων δημοσίου ενδιαφέροντος, οι οποίες υπάγονται στην τακτοποίηση κα συγκεκριμένα κατά τη διατύπωσή του άρθρου αυτού: «1. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου, κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο άρθρο 2 του παρόντος (με τις διατάξεις του άρθρου 2 εισάγονται ρητά απαγορεύσεις σχετικά µε την µη υπαγωγή στις διατάξεις του νόµου αυτού και άρα σχετικά με την εξαίρεση από τη δυνατότητα τακτοποίησης αυθαιρέτων κατασκευών που βρίσκονται σε περιοχές που χρήζουν ειδικής προστασίας ή που προστατεύονται από ειδικές διατάξεις, όπως σε κοινόχρηστους χώρους, αιγιαλό, παλαιό αιγιαλό, ρέµα και φυσικά όπως σε παραδοσιακούς οικισμούς), υπάγονται όλες οι αυθαίρετες κατασκευές ή αλλαγές χρήσης σε κτίρια και εγκαταστάσεις: α) ιδιοκτησίας του Δημοσίου, β) που στεγάζουν υποδομές δικαιοσύνης και ανήκουν στο Δημόσιο ή στο Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων ή σε νομικά πρόσωπα που εποπτεύονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γ) που στεγάζουν υπηρεσίες των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Δημόσιο, και τα οποία εποπτεύονται από το Κράτος και επιχορηγούνται από τον τακτικό προϋπολογισμό, δ) που χρησιμοποιούνται ως λατρευτικοί χώροι των γνωστών θρησκειών και δογμάτων, που έχουν νομική μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των νομικών προσώπων του άρθρου 4 του ν. 3647/2008 (Α΄ 37). ε) που χρησιμοποιούνται ως σχολεία κάθε βαθμίδος και ως κτίρια προνοιακών δομών των Ο.Τ.Α., καθώς και των σχολικών κτιρίων ιδιοκτησίας της Ο.Σ.Κ. ΑΕ, στ) δημοσίων επιχειρήσεων, στις οποίες το Δημόσιο είναι κύριος του συνόλου ή άνω του 51% του καταβεβλημένου μετοχικού τους κεφαλαίου, ζ) τα οποία ανήκουν στο Δημόσιο και τα διαχειρίζονται δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες το Δημόσιο είναι κύριος του συνόλου ή άνω του 51%,η) αθλητικών εγκαταστάσεων και υποστηρικτικών σε αυτές κτιρίων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και των Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται από αυτήν, θ) των Ο.Τ.Α., υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος μετά την υποβολή: i) αίτησης, ii) τοπογραφικού διαγράμματος και iii) τεχνικής έκθεσης μηχανικού, με αναλυτική περιγραφή των αυθαιρέτων κατασκευών ή χρήσεων. Για τις ως άνω αυθαίρετες κατασκευές ή αλλαγές χρήσης δεν καταβάλλεται παράβολο και ενιαίο ειδικό πρόστιμο, πλην της περίπτωσης θ΄, όπου καταβάλλεται παράβολο κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εκτός των περιπτώσεων όπου αυτά χρησιμοποιούνται για ιδιόχρηση».
Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 11 του Ν. 4071/2012 και σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 περ. θ του ν. 4178/2013, θα πρέπει να γίνει δεκτό πως υφιστάμενα σχολεία, δημοτικά κτίρια και δημοτικές υποδομές που παρουσιάζουν οποιοδήποτε είδος πολεοδομικής παραβάσεως και παρατυπίας υπάγονται αυτοδικαίως στο προστατευτικό καθεστώς της τακτοποίησης.
Η παράλληλη ύπαρξη στο νόμο 4178/2013 και συγκεκριμένα στο άρθρο 13 παρ. 6 αυτού, σχετικής διάταξης που δεν επιτρέπει την υπαγωγή στην ευνοϊκή ρύθμιση της τακτοποίησης κτισμάτων (αναφέρει εν γένει κτίσματα ανευ διακρίσεων και εδώ εντοπίζεται το προβληματικό σημείο της διάταξης) εντός παραδοσιακών οικισμών δεν θα πρέπει, κατά τη γνώμη της γράφουσας τουλάχιστον, να θεωρηθεί πως υποκρύπτει σύγκρουση αντίρροπων και αντιφατικών διατάξεων και να οδηγήσει σε ερμηνευτική δυσχέρεια και σύγχυση. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «Σε παραδοσιακούς οικισμούς μικρότερους των 2.000 κατοίκων δεν επιτρέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος ανεξάρτητων νέων κατασκευών πέραν των τυχόν υφισταμένων κτισμάτων μετά την κήρυξη του οικισμού ως παραδοσιακού οι οποίες έχουν υπέρβαση μεγαλύτερη του 10% οποιουδήποτε όρου δόμησης».
Καταρχάς ίδιος ο νόμος 4178/2013 προβλέπει, όπως ήδη επισημάνθηκε, σε κατωτέρω άρθρο του ειδική εξαίρεση για τα τυχόν ανεγερθέντα σε παραδοσιακούς οικισμούς ή παραδοσιακά τμήματα πόλης δημοτικά σχολεία και γενικότερα δημοτικά κτίρια και υποδομές και αυτό συνιστά και το ισχυρότερο επιχείρημα πως δεν εξαιρείται της υπαγωγής στο νόμο περί τακτοποίησης αυθαιρέτων οικοδομών σχολείο και δημοτικό χαρακτηρισθέν ως αυθαίρετο κτίσμα ακόμη και αν κείται εντός παραδοσιακού οικισμού ή παραδοσιακού τμήματος πόλης. Το άρθρο 16 του εν λόγω νόμου εμπεριέχει και απαριθμεί ειδικές περιπτώσεις αυθαιρέτων κατασκευών ακινήτων δημοσίου ενδιαφέροντος, οι οποίες υπάγονται στην τακτοποίηση. Συγκεκριμένα κατά τη διατύπωσή του άρθρου αυτού: «1. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου, κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο άρθρο 2 του παρόντος (με τις διατάξεις του άρθρου 2 εισάγονται ρητά απαγορεύσεις σχετικά µε την µη υπαγωγή στις διατάξεις του νόµου αυτού και άρα για την εξαίρεση από τη δυνατότητα τακτοποίησης αυθαιρέτων κατασκευών που βρίσκονται σε περιοχές που χρήζουν ειδικής προστασίας ή που προστατεύονται από ειδικές διατάξεις, όπως σε κοινόχρηστους χώρους, αιγιαλό, παλαιό αιγιαλό, ρέµα και φυσικά όπως σε παραδοσιακούς οικισμούς), υπάγονται οι αυθαίρετες κατασκευές ή αλλαγές χρήσης σε κτίρια και εγκαταστάσεις: α) ιδιοκτησίας του Δημοσίου, β) που στεγάζουν υποδομές δικαιοσύνης και ανήκουν στο Δημόσιο ή στο Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων ή σε νομικά πρόσωπα που εποπτεύονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γ) που στεγάζουν υπηρεσίες των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Δημόσιο, και τα οποία εποπτεύονται από το Κράτος και επιχορηγούνται από τον τακτικό προϋπολογισμό, δ) που χρησιμοποιούνται ως λατρευτικοί χώροι των γνωστών θρησκειών και δογμάτων, που έχουν νομική μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των νομικών προσώπων του άρθρου 4 του ν. 3647/2008 (Α΄ 37). ε) που χρησιμοποιούνται ως σχολεία κάθε βαθμίδος και ως κτίρια προνοιακών δομών των Ο.Τ.Α., καθώς και των σχολικών κτιρίων ιδιοκτησίας της Ο.Σ.Κ. ΑΕ, στ) δημοσίων επιχειρήσεων, στις οποίες το Δημόσιο είναι κύριος του συνόλου ή άνω του 51% του καταβεβλημένου μετοχικού τους κεφαλαίου, ζ) τα οποία ανήκουν στο Δημόσιο και τα διαχειρίζονται δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες το Δημόσιο είναι κύριος του συνόλου ή άνω του 51%,η) αθλητικών εγκαταστάσεων και υποστηρικτικών σε αυτές κτιρίων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και των Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται από αυτήν, θ) των Ο.Τ.Α., υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος μετά την υποβολή: i) αίτησης, ii) τοπογραφικού διαγράμματος και iii) τεχνικής έκθεσης μηχανικού, με αναλυτική περιγραφή των αυθαιρέτων κατασκευών ή χρήσεων. Για τις ως άνω αυθαίρετες κατασκευές ή αλλαγές χρήσης δεν καταβάλλεται παράβολο και ενιαίο ειδικό πρόστιμο, πλην της περίπτωσης θ΄, όπου καταβάλλεται παράβολο κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εκτός των περιπτώσεων όπου αυτά χρησιμοποιούνται για ιδιόχρηση».
Κρισιμότερα επιχειρήματα για την θεμελίωση της προκριτέας συνεφαρμογής στην περίπτωση δημοτικών κτιρίων και υποδομών σε περιοχές που είναι χαρακτηρισμένες ως παραδοσιακοί οικισμοί ή παραδοσιακά τμήματα πόλης, της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 11 του Ν. 4071/2012 και του άρθρου 16 του ν. 4178/2013 και όχι αυτής του άρθρου 13 παρ,6 του ν.4178/2013 συνιστούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς μεταξύ των ως άνω αναφερθέντων κανόνων δικαίου υπάρχει σχέση ειδικότερου και γενικότερου και συνεπώς προς άρση κάθε κανονιστικής αντινομίας που ενδεχομένως εντοπιστεί θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί το γνωστό σε κάθε ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου, κλασσικό και καθολικά αποδεκτό ερμηνευτικό κριτήριο άρσης των αντινομιών και επαναφοράς της αρχής της ενότητας του δικαίου, την οποία υποσκάπτουν τυχόν αναπόφευκτες κανονιστικές αμφισημίες και αντιφάσεις, κατά το οποίο lex specialis derrogat legi generalis, ήτοι η ειδικότερη ρύθμιση υπερισχύει της γενικότερης. Και στην υπό εξέταση περίπτωση συγκρουόμενων φαινομενικά τουλάχιστον διατάξεων, ήδη η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 4071/202 είναι σαφώς ειδικότερη της διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 6 του ν.4178/2013, αφού εξειδικεύει ρυθμίσεις του ευρύτερου κειμένου του νόμου, όπου εντάσσεται για την τοπική ανάπτυξη, την αυτοδιοίκηση και την αποκεντρωμένη διοίκηση και αφού συγκεκριμένα το άρθρο 8 του νομοθετήματος αυτού, το οποίο και τυγχάνει στην υπό κρίση περίπτωση εφαρμογής, εντάσσεται στο δεύτερο κεφάλαιο του εν λόγω νομοθετήματος, το οποίο και υπεισέρχεται σε ακόμη πιο εξειδικευμένες ρυθμίσεις για την οργάνωση, τη λειτουργία, τα οικονομικά ζητήματα και το προσωπικό των ΟΤΑ. Το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου είναι σαφώς στενότερο και ειδικότερο, και συνεπώς συγκεκριμένο και ειδικότερο, εφόσον προδήλως αφορά μόνο την τοπική αυτοδιοίκηση και την ανάπτυξή της και μάλιστα στο εξεταζόμενο άρθρο 8 παρ. 11 αυτού, εστιάζει μόνο στα υφιστάμενα σχολεία, δημοτικά κτίρια και τις δημοτικές υποδομές. Αντιθέτως το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του ν. 4178/2013 στο άρθρο 13 αυτού, είναι ευρύτερο και άρα γενικότερο και κατά πολύ ασαφέστερο. Ωστόσο, ακόμη και αν ως προς την ειδικότητα της διατάξεως του ν. 4071/2012 θα μπορούσε να παραμείνει αιωρούμενη, έστω και μία ελάχιστη, υποφώσκουσα αμφιβολία, σε κάθε περίπτωση και χωρίς το παραμικρό ίχνος αμφιβολίας ειδικότερη είναι η διάταξη του άρθρου 16 του ν.4178/2013, καθότι η ίδια από τον τίτλο της καθιστά πρόδηλο πως αφορά ειδικές περιπτώσεις αυθαιρέτων κατασκευών ακινήτων δημοσίου ενδιαφέροντος και άρα είναι εξαιρετικότερου χαρακτήρα με στόχο την προστασία ορισμένων οικισμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Την ειδικότητα και υπεροχή άλλων διατάξεων του ίδιου του ν. 4178/2013 έναντι αυτών της παρ. 6 του άρθρου 13 αυτού, ομολογεί άλλωστε και ο ίδιος ο νομοθέτης προβαίνοντας σε αυθεντική ερμηνεία του νόμου, και συγκεκριμένα ομολογεί και επικροτεί και η υπ’ αριθ. 3/2012 διευκρινιστική εγκύκλιος του ΥΠΕΚΑ, η οποία απαντώντας σε συναφές ερώτημα για το αν για την υπαγωγή στο ν. 4178/13 αυθαιρεσιών σε τουριστική εγκατάσταση εντός παραδοσιακού οικισµού κατισχύουν τα οριζόµενα στην παρ . 12 του άρθρου 23 του ν. 4178/13 των περιορισµών της παρ . 6 του άρθρου 13 του ν. 4178/13, απαντά διευκρινιστικά τα εξής: «Στις διατάξεις του ν. 4178/13 υπάγονται αυθαίρετα κτίρια ή αυθαίρετες αλλαγές χρήσης που έχουν κατασκευαστεί κατά παρέκκλιση των όρων δόµησης και χρήσεων που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής. ∆εν ισχύουν οι περιορισµοί της παρ . 6 του άρθρου 13, αλλά απαιτείται έγκριση της επιτροπής του άρθρου 12 του νόµου».
Σε δεύτερο επίπεδο και συγκεκριμένα συστηματικά[1] και τελολογικά η συνεφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 11 του Ν. 4071/2012 και του 16 του ν. 4178/2013 είναι επίσης απολύτως ενδεδειγμένες. Για την κατανόηση της ορθής εφαρμογής του συστηματικού και τελολογικού κριτηρίου που θα προκύψει από την απροβλημάτιστη αποδοχή της υπεροχής της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 16 του ν. 4178/2013 και του άρθρου 8 παρ.11 του ν.4071 σε σχέση με το άρθρο 13 παρ. 6 του ν.4178/2013 θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής:
Καταρχάς, ως προς τη συστηματική και αξιολογική-τελολογική υπεροχή του άρθρου 16 του ν. 4178/2013 αυτή είναι σαφής, αφού το άρθρο αυτό θεσπίζει πλείονες και ισοβαρείς εξαιρέσεις- παρεκκλίσεις από το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, το οποίο με τη σειρά του αφενός ορίζει σαφείς εξαιρέσεις από την υπαγωγή στο νόμο περί τακτοποίησης με στόχο την προστασία του οικιστικού περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής των κατοίκων σε χρήζουσας μείζονος προστασίας, ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και πολιτισμικής- ιστορικής αξίας περιοχές και αφετέρου παραπέμπει με τη σειρά του στην περίπτωση των παραδοσιακών οικισμών στο άρθρο 13 του ν. 4178/2013. Οι εξαιρέσεις που θεσπίζει λοιπόν το άρθρο 16 του ν. 4178/2013 από το άρθρο 2 αυτού, προφανώς σημαίνουν πως κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση των δημοσίων κτιρίων και των κτιρίων των ΟΤΑ δεν έχει εφαρμογή ούτε το άρθρο 2 ούτε το κατά παραπομπή αυτού εφαρμοζόμενο άρθρο 13 και οι υποπεριπτώσεις του, αλλά αντιθέτως ισχύει η αυτοδίκαιη ή έστω δυνητική, κατόπιν διενέργειας των απαραιτήτων διαδικαστικών ενεργειών και την καταβολή των οριστέων προστίμων, τακτοποίηση σε κάθε περίπτωση για τα κτίρια και τις εγκαταστάσεις δημοσίου και δημοτικής κυριότητας και ενδιαφέροντος, ακόμη και αν αυτά ευρίσκονται σε παραδοσιακούς οικισμούς ή άλλου είδους καταρχήν προστατευόμενες εκτάσεις γης, το ευνοϊκό καθεστώς της υπαγωγής στην τακτοποίηση πάσης φύσεως αυθαιρέτων κατασκευών ή αλλαγών χρήσης.
Έπειτα συστηματικά και τελολογικά υπερέχει και το άρθρο 8 παρ. 11 του ν.4071/2012, αφού κατά τη συστηματική ένταξη και διάρθρωση αλλά και τη ratio και γενικότερη φιλοσοφία του νόμου, προκύπτει διάθεση προστασίας και υιοθέτησης αναπτυξιακής και προνομιακής πολιτικής υπέρ των δημοτικών κτιρίων, αρκεί αυτά να πληρούν κάποιες βασικές προϋποθέσεις ασφαλείας και λειτουργικότητας. Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί πως, η παράγραφος 11 του άρθρου 8 του ν. 4071/2012, το οποίο τιτλοφορείται αρμοδιότητες δήμων και περιφερειών εντάσσεται συστηματικά και τελολογικά σε ένα πολυθεματικό άρθρο-πλαίσιο που στοχεύει στην ανάπτυξη της τοπικής αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης διοίκησης και αποβλέπει στην ενίσχυση και ευόδωση των πρωτοβουλιών, δραστηριοτήτων και πάσης φύσεως ήδη ανειλημμένων σχεδιασμών και έργων από πλευράς δήμων και περιφερειών.
Ειδικότερα, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του ν. 4071/2012: «Δύο ή περισσότεροι δήμοι ή δήμοι και περιφέρειες, με κοινά χαρακτηριστικά, μπορούν να συνιστούν δίκτυα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 219 και 220 του Κ.Δ.Κ., με τη μορφή αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα του άρθρου 741 του Α.Κ.. Σκοπός του δικτύου είναι η ανάδειξη των κοινών χαρακτηριστικών, η διαμόρφωση, η άσκηση και η υποστήριξη των πολιτικών που συνδέονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μελών του δικτύου». Έπειτα, κατά την παράγραφο 9: «Η συμμετοχή και η υλοποίηση σε προγράμματα δράσεων και πρωτοβουλιών προώθησης της απασχόλησης και της κοινωνικής ενσωμάτωσης διαφόρων κατηγοριών ανέργων στο πλαίσιο των περιφερειακών, εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών». Τέλος κατά την αμέσως προηγούμενη παράγραφο, ήτοι κατά την παράγραφο 10 του επίμαχου άρθρου: «Εφόσον τα προβλεπόμενα στην προγραμματική σύμβαση έργα, προγράμματα και υπηρεσίες είναι πολιτιστικού χαρακτήρα, όπως η ανάδειξη, προστασία και συντήρηση μνημείων, οι παρεμβάσεις σε διατηρητέα ή παραδοσιακά κτίρια και οικισμούς, η διάσωση και διάδοση στοιχείων του πολιτισμού, η ανέγερση και λειτουργία χώρων πολιτισμικών λειτουργιών, η υποστήριξη δραστηριοτήτων και εκδηλώσεων που αφορούν την επιστήμη, τα γράμματα και τις τέχνες, συμμετέχει, ως συμβαλλόμενος η οικεία Περιφέρεια και το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. Η προγραμματική σύμβαση καλείται «προγραμματική σύμβαση πολιτισμικής ανάπτυξης». Το τέλος ανταποδοτικού χαρακτήρα που μπορεί να επιβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για τη χρηματοδότηση έργων, εργασιών, προγραμμάτων και υπηρεσιών της προγραμματικής σύμβασης, καλείται «Πολιτιστικό Τέλος». Συνεπώς, συστηματικά και τελολογικά-αξιολογικά προκύπτει πως στην περίπτωση της συστηματικά εντασσόμενης υπό τη σκέπη του άρθρου 8 παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 4071/2012, πρόκειται για άλλη μία αξιολογικά υπερέχουσα και χρήζουσα μέχρι και σήμερα εφαρμογής, ανεξαρτήτως τυχόν υπαρχόντων νεώτερων νομοθετημάτων, ιδιαιτέρως ευνοϊκή και διαχρονική ρύθμιση υπέρ των δημοτικών κτιρίων, ενόψει του κοινωνικού και πολιτιστικού χαρακτήρος τους, του δημοσίου ενδιαφέροντος και συμφέροντος που εξυπηρετούν τους καθώς και των αμιγώς κοινωφελών σκοπών και αποσκοπούμενων παροχών τους, η οποία θα πρέπει να διατηρηθεί.
Εν κατακλείδι, από τη συστηματική μελέτη των υπαρχουσών διατάξεων και τη συνολική εφαρμογή και αρμονική σύνδεση των ανωτέρω κριτηρίων ερμηνείας του δικαίου, προκύπτει, κατά τη γνώμη μας, το απαραίτητο και ενδεδειγμένο της συνεφαρμογής στις περιπτώσεις δημοτικών κτισμάτων εντός παραδοσιακών οικισμών κάτω των 2.000 κατοίκων με υπέρβαση άνω του 10% οποιουδήποτε όρου δόμησης, των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 11 του Ν. 4071/2012 και του 16 του ν. 4178/2013 και της συνεπεία αυτού αγνόησης και παράκαμψης του άρθρου. 13 παρ. 6 του ίδιου νόμου.
Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος