Αισχροκερδής δικαιοπραξία – Τα εννοιολογικά στοιχεία αυτής σε δανειακή τοκοχρεωλυτική σύμβαση
Κατά το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστικότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Κατά το επόμενο δε άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του αμέσως προηγούμενου άρθρου, άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου (καταδυναστευτική) ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου (αισχροκερδής) και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.
Από τις διατάξεις αυτές των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, και ειδικότερα τη δεύτερη, προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη απαιτείται αφενός μεν η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν κατά το χρόνο της συνομολόγησης τους κατά τις περιστάσεις σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών να γίνεται με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες. Έτσι, για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αισχροκερδής -καταπλεονεκτική-, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά τρία στοιχεία, ήτοι: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός των συμβαλλομένων και γ) εκμετάλλευση της γνωστής σ` αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλόμενου τούτου από τον αντισυμβαλλόμενο. Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς (ΑΠ 1394/2009, ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 1019/2007, ΑΠ 1244/2005 δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 492/2004 ΕλλΔνη 47. 452).
Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές, εντάσσεται δηλαδή η έλλειψη πείρας για τη συναλλακτική ζωή λόγω έλλειψης ειδικών γνώσεων, μπορεί δε να είναι επακόλουθο της ηλικίας της διανοητικής κατάστασης του προσώπου ή άλλης αιτίας (ΑΠ 1112/2009 ό.π., ΑΠ 868/2008, ΑΠ 1244/2005 δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 7955/2006 ΕλλΔνη 50. 841). Κουφότητα είναι η αδιαφορία και η αμεριμνησία από την οποία ο συναλλασσόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεων του, η οποία μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα της ηλικίας, της πνευματικής κατάστασης ή άλλης αιτίας, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός απ’ αυτά. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ (βλ ΑΠ 2095/2009 ΕλΔ 51,1348, ΑΠ 936/2007 ΕλΔ 50,1686, ΑΠ 252/2004 ΕλΔ 46,168, ΑΠ 459/1996 ΕλΔ 38,578, ΑΠ 52/1996 ΕλΔ 37,1327).
Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία δε αυτή, διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της (ΑΠ 868/2008 ό.π., ΑΠ 497/1997 ΕλλΔνη 39. 100, ΑΠ 307/1993 ΕλλΔνη 35. 1295, ΕφΑΘ 7955/2006 ό.π., ΕφΑΘ 304/2002 ΔΕΕ 2002 997, ΕφΠατρ 133/2001 ΑχΝομ 2002 3).
Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή (ΑΠ 1019/2007, ΑΠ 1244/2005 δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ), χωρίς να είναι απαραίτητη για να συντρέξει το στοιχείο της εκμετάλλευσης κάποια ενέργεια του εκμεταλλευτή, η οποία να εκδηλώνεται με ηθικά επιλήψιμα περιστατικά που αποσκοπούν στην επίτευξη της αισχροκέρδειας (ΑΠ 529/2001 ΕλλΔνη 42. 1569, ΑΠ 582/1993 ΕλλΔνη 1994 1101, ΕφΑΘ 7955/2006 ΕλλΔνη 2009 841, ΕφΑΘ 304/2002 ΔΕΕ 2002 997).
Η ως άνω ακυρότητα χωρεί ipso iure και δεν απαιτείται παρεμβολή δικαστικής απόφασης. Δεν αποκλείεται όμως εκείνος που έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει σχετική αναγνωριστική αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο για την κήρυξη της (ολικής ή μερικής) ακυρότητας. Για το ορισμένο της αγωγής αυτής αναγκαία στοιχεία είναι η κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η αξία παροχής και ωφελημάτων και η δυσαναλογία αυτών κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης καθώς και η έκθεση περιστατικών που συγκροτούν μι (ή και όλες) από τις αντικειμενικές προϋποθέσεις (απειρία, κουφότητα, ανάγκη) και την υποκειμενική προϋπόθεση (βλ. Β.Βαθρακοκοίλη ΕρμΑΚ στο άρθρο 179 σελ 761 αρ. σημ. 21 και 22 με παραπομπές σε θεωρία και νομολογία).
Χαρακτηριστική είναι η υπ’ αριθμ. 1275/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που έκρινε ως αισχροκερδή πράξη ρύθμισης οφειλών σε τραπεζικό ίδρυμα (σε δανειακή σύμβαση), με την οποία ο οφειλέτης της τράπεζας αναγνώριζε ένα ποσό οφειλής που δεν αντιστοιχούσε στο πραγματικό λόγω εσφαλμένου καθορισμού αυτού από την τράπεζα. Η πρόσθετη αυτή πράξη του δανείου, ήτοι της ρύθμισης οφειλών κρίθηκε αισχροκερδής και συνεπώς άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, επειδή ο οφειλέτης κρίθηκε ότι κατά το χρόνο συνομολόγησης της άνω πρόσθετης πράξης, είχε απειρία περί τον συγκεκριμένο τομέα των τραπεζικών συναλλαγών και, συγκεκριμένα, παντελή έλλειψη γνώσης ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 39 του νόμου 3259/2004, ενόψει και της πολυπλοκότητας των θεμάτων που δημιουργήθηκαν κατά την εφαρμογή του νόμου αυτού. Την απειρία αυτή γνώριζαν οι εκπρόσωποι της εναγομένης Τράπεζας, η οποία διαθέτει οργανωμένη νομική υπηρεσία, και την εκμεταλλεύτηκαν με αποτέλεσμα να πείσουν αυτόν να υπογράψει την άνω πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, την οποία είχε συντάξει μόνη της η πλευρά της Τράπεζας.
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr