Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

H συμβατική και μετασυμβατική υποχρέωση πίστης του εργαζομένου

Από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ και 652 ΑΚ προκύπτει η υποχρέωση πίστεως του εργαζομένου στη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου, η οποία συνίσταται στην υποχρέωση του να είναι καλόπιστος, ευσυνείδητος, επιμελής κατά την εκτέλεση των εργασιών του και εχέμυθος,

να φροντίζει τα υλικά και ηθικά συμφέροντα του εργοδότη, να μην παρέχει υπηρεσίες σε πελάτες του εργοδότη του στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό κλπ. Περαιτέρω ο εργαζόμενος οφείλει να αποφεύγει πάσης φύσεως πράξεις ή παραλείψεις που στοιχειοθετούν ή υποκρύπτουν πρακτικές και προθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού, όπως η άσκηση εμπορικών εργασιών όμοιων προς τις εργασίες της επιχειρήσεως, όπου εργάζεται (άρθρο 1, εδ. ια, του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού).

Η υποχρέωση πίστεως του εργαζομένου παύει κανονικά μετά τη λήξη ή την κατά οποιοδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας. Στην πράξη, ωστόσο, η υποχρέωση αποφυγής ανταγωνισμού μπορεί να αποτελέσει και συνήθως αποτελεί αντικείμενο ρητού όρου της εργασιακής σχέσης και δύναται να περιορίσει επιπροσθέτως και την μελλοντική εργασιακή δραστηριότητα του εργαζομένου. Η ρήτρα αυτή θεωρείται έγκυρη υπό αυστηρές προϋποθέσεις στην περίπτωση που υπεισέρχεται στη σφαίρα της μελλοντικής απασχόλησης του εργαζομένου. Το κύρος της στην εν λόγω περίπτωση εξαρτάται από το χρόνο ισχύος της, την έκτασή της κατά τόπο, την επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία απαγορεύτηκε και ενδεχομένως από την παροχή από την πλευρά του εργοδότη ανάλογης αντιπαροχής, ώστε να τον «αποζημιώσει» κατάλληλα γι’ αυτή τη συμβατική του δέσμευση που τον καταναγκάζει ουσιαστικά σε αεργία και παρεισφρύει σε βαθύτερα ζητήματα επίδρασης ή περιορισμού ατομικών ελευθεριών και συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην εργασία και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρα 5 και 22 Σ).

Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα μέρη κάνοντας χρήση της αρχής της συμβατικής ελευθερίας pacta sunt servanda δύνανται να επεκτείνουν την απαγόρευση ανταγωνισμού και για τον μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας χρόνο, μέσω συνομολόγησης ειδικών ρητρών. Δεν πρόκειται σύμφωνα με την νομολογία σε τέτοιες περιπτώσεις για ανεπίτρεπτο και απαγορευμένο, άρα ανίσχυρο, περιορισμό των συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων του εργαζομένου, διότι η συνταγματική κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων δεν αποκλείει συμβατικούς περιορισμούς (βλ. Χρ. Χριστοφορίδη, Αι ρήτραι περί μη ανταγωνισμού του εργαζομένου, ΝοΒ 20, 1259).

Ultimum refugium και τελευταία δικλείδα ασφαλείας για τον εργαζόμενο συνιστούν οι διατάξεις 178 και 179 ΑΚ, που κατοχυρώνουν την ακυρότητα τέτοιας μορφής μετασυμβατικής δεσμευτικής ρήτρας σε περίπτωση υπέρμετρης και υπερβολικής δέσμευσης της ελευθερίας του εργαζομένου και κατά συνέπεια παραβίασης της προσωπικής και οικονομικής αυτοδυναμίας και αυτοτέλειας αυτού. Η κρίση για το, εάν η συγκεκριμένη κάθε φορά ρήτρα περί απαγόρευσης ανταγωνισμού, συνιστά υπέρμετρο και εξαιρετικά επαχθή περιορισμό της ελευθερίας του εργαζομένου εναπόκειται στο δικαστή, ως εφαρμοστή του δικαίου αποκλειστικά και μόνο, και αυτός είναι αρμόδιος να αποφασίσει περί εγκυρότητας ή ακυρότητας, αφού προβεί στην κατάλληλη στάθμιση και αξιολόγηση των συμφερόντων των μερών. Κριτήρια που θα πρέπει να συμπεριλάβει στο συλλογισμό του ο εκάστοτε δικαστής προκειμένου να προσδιορίσει την αόριστη νομική έννοια της υπερβολικής δέσμευσης της ελευθερίας του εργαζομένου και να υπαγάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά στους αόριστους και γενικούς κανόνες δικαίου, αποτελούν μεταξύ άλλων: η χρονική διάρκεια και η τοπική έκταση της απαγορεύσεως, η ύπαρξη δικαιολογημένων συμφερόντων του εργοδότη, το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικά δραστηριότητας κλπ. (βλ. σχετικά ΑΠ 1285/1984, ΕΕργΔ 1985,575, ΜΠρΑθ 1867/05, ΕΕργΔ 2006, 24).

Τέλος, η παροχή οικονομικού ανταλλάγματος από πλευράς εργοδότη έχει κριθεί πως δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εγκυρότητα της ρήτρας, αν και συνεκτιμάται ως κριτήριο, ειδικά όταν οι υπόλοιποι όροι της σύμβασης είναι ιδιαζόντως περιοριστικοί, αν όχι καταδυναστευτικοί. Έχει πάντως πολλάκις νομολογηθεί (ΑΠ 1285/1984, ΕΕργΔ 1985, 575, ΑΠ 1192/1992) πως δεν είναι άκυρη η απαγόρευση πράξεων ανταγωνισμού ακόμη και για χρονικό διάστημα δύο ετών μετά τη λύση ή λήξη της σύμβασης εργασίας ακόμη και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα της μορφής εύλογης αποζημιώσεως του εργαζομένου από τον εργοδότη.

Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί