Η ΑΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Η διάταξη του άρθρου 65 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 2121/1993 ορίζοντας ότι «Όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία… άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.»
θέτει ειδικότερη διάταξη σε σχέση με τη γενικό σύστημα αξιώσεων εξ αδικοπραξίας του ΑΚ (το 914ΑΚ και το 932ΑΚ)- που εφαρμόζονται πλέον μόνο συμπληρωματικά, προβλέποντας ένα αυτόνομο και ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας προσαρμοσμένο στις ανάγκες και στις ιδιαιτερότητες της πνευματικής ιδιοκτησίας.
Οποιαδήποτε πράξη εμπίπτει εντός μιας ή περισσότερων εξουσιών του περιουσιακού ή του ηθικού δικαιώματος (άρθρα 3 και 4 του ν. 2121/1993), αποτελεί μέρος της απόλυτης και αποκλειστικής εξουσίας του δημιουργού έναντι τρίτων και συνεπώς απαγορεύεται χωρίς τη ρητή άδεια ή συναίνεσή του. Συνεπώς, οποιαδήποτε προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας συνιστά αυτόματα και παράνομη, η οποία εμπίπτει στην έννοια της παράνομης προσβολής του άρθρου 65 παρ. 2 του ν. 2121/1993. Η έννοια δηλαδή του παρανόμου συμπίπτει με την ανθρώπινη εκείνη συμπεριφορά που προσβάλει το απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα. Στην περίπτωση δηλαδή της προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας το παράνομο θεμελιώνεται άμεσα με οποιαδήποτε συμπεριφορά εμπίπτει εντός της σφαίρας των δικαιωμάτων του δημιουργού, χωρίς να χρειάζεται να επέλθει κάποιο αποτέλεσμα, ήτοι ζημία, περιουσιακή, ηθική ή άλλη.
Πρόσθετη προϋπόθεση ευθύνης προς αποζημίωσης και αποκατάστασης της ηθικής βλάβης, πλην του παρανόμου, αποτελεί η προσβολή αυτή να έγινε υπαιτίως από τους προσβολείς. Η υπαιτιότητα μπορεί να λάβει είτε τη μορφή του δόλου είτε τη μορφή της αμέλειας. Στην πρώτη περίπτωση ο δράστης ενώ γνωρίζει ότι η πράξη αυτή απαγορεύεται, θέλει, προβλέπει και γενικότερα αποδέχεται τα παράνομα αποτελέσματα της πράξης του αυτής έχοντας συνείδηση του παράνομου χαρακτήρα της. Στη δεύτερη περίπτωση κρίσιμες θεωρούνται οι δυνατότητες ενός μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου ή ενός μέσου επαγγελματία από τον κύκλο του υποχρέου. Η συμπεριφορά που αποκλίνει από αυτή είναι αμελής. Για την πλήρωση της προϋπόθεσης αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο υπόχρεος όφειλε και μπορούσε να προβλέψει την προσβολή του δικαιώματος προκειμένου να το αποφύγει και ωστόσο δεν το έπραξε.
Συνεπώς, όταν πρόκειται για χρήση έργων του πνεύματος από εκδότες περιοδικών, εφημερίδων, έντυπων εκδόσεων κλπ., οι οποίοι κινούνται επιχειρηματικά στον κύκλο εκμετάλλευσης έργων του πνεύματος δεν μπορούν να επικαλεστούν μη γνώση της υποχρέωσής τους για εκκαθάριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και απόκτησης των απαραίτητων αδειών από τους πραγματικούς δημιουργούς (βλ. Σταματούδη Ε., «»Αξίωση αποζημίωσης για υπαίτια προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας», ΔΙΜΕΕ 2011, σ.26 και ΜονΠρΑθ 954/2006, ΕφΑθ143/2000).
Έχει γίνει δεκτό στην υπ’ αριθμ. 954/2006 του ΜονΠρΑθ ότι «η χρήση προστατευόμενων έργων χωρίς την άδεια του δημιουργού συνιστά αυτοτελώς παράνομη και υπαίτια προσβολή του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Το Δικαστήριο ανάγει σε βασική υποχρέωση κάθε εκδότη, και επομένως κάθε επαγγελματία, τον έλεγχο της εκκαθάρισης των δικαιωμάτων του υλικού που χρησιμοποιεί, βάσει της οποία οφείλει σε περίπτωση παραγγελίας να ζητήσει να του χορηγηθεί τουλάχιστον σχετική γραπτή βεβαίωση προς τούτο. Άγνοια στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν δικαιολογείται και η χρήση των φωτογραφιών αυτών άνευ αδείας υποδηλώνει υπαιτιότητα από μέρους του εκδότη».
Επίσης, έχει κριθεί στην υπ’ αρ. 4109/2008 απόφαση του ΕφΑθηνών ότι εφημερίδα-εκδοτική εταιρεία που διένειμε CD ως ένθετο στο περιοδικό της, το οποίο προσέβαλε πνευματικά δικαιώματα τρίτων και η οποία αποτελούσε μια από τις μεγαλύτερες εκδοτικές εταιρείες της χώρας και εξέδιδε ημερήσια και εβδομαδιαία εφημερίδα με μεγάλο αριθμό αναγνωστών, καθώς και εβδομαδιαία και μηνιαία περιοδικά, όφειλε να διαθέτει κατάλληλο μηχανισμό, ώστε στα πλαίσια της άσκησης του σκοπού της να μην προσβάλει πνευματικά δικαιώματα τρίτων.
Έτσι, εάν ο δικαιούχος αποδείξει ότι υπήρξε προσβολή του δικαιώματός του και ότι ο υπόχρεος όφειλε ή μπορούσε να προβλέψει τη διενέργεια της προσβολής όπως θα την προέβλεπε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος ή επαγγελματίας στην περίπτωσή του, αρκούν για τη γένεση της αξίωσης αποζημίωσης.
Η δε αμελής συμπεριφορά του υπόχρεου στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας δύναται να προκύψει και από τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις, δεδομένου ότι δεν δικαιολογείται ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, πόσω μάλλον ο επαγγελματίας, να μην γνωρίζει ότι οφείλει με τη δράση του να μην προσβάλει δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.
Η έντονη αντικειμενικοποίηση της ευθύνης στο πεδίο της πνευματικής ιδιοκτησίας επιβάλλεται αν σκεφτεί κανείς ότι ο δημιουργός λαμβάνει γνώση συνήθως τυχαία του αποτελέσματος της προσβολής και είναι ιδιαίτερα δυσχερές γι’ αυτόν να αποδείξει υποκειμενικά στοιχεία της πράξης του προσβολέα. Ο δικαιούχος βρίσκεται σε θέση αποδεικτικής δυσχέρειας και αδυναμίας ως προς την ακριβή ψυχική σχέση του προσβολέα με την πράξη του. Τα στοιχεία αυτά της υποκειμενικότητας της συμπεριφοράς του προσβολέα μπορούν να συναχθούν και μόνον από τις αντικειμενικές και πραγματικές περιστάσεις.
Στην υπ’ αριθμ. 1721/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατόπιν χειρισμού της υποθέσεως από το γραφείο μας (αποκλειστική επιμέλεια υπόθεσης: δικηγόρος Θεώνη Κάδρα), κρίθηκε χαρακτηριστικά ότι «η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, ιδιοκτήτρια του επίμαχου ιστορικού περιοδικού στο οποίο περιελήφθη ιστορικό άρθρο χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού του και υπό το όνομα ετέρου προσώπου, αλλά και ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, με την οποία το προαναφερόμενο περιοδικό διετίθετο και διατίθεται ως ένθετο, αλλά και διαχειρίστρια του προαναφερόμενου site www…………..gr, κατά το μέτρο που σε αυτό αναρτήθηκαν και αναρτώνται δημοσιεύματα των συγκεκριμένων εντύπων, συνέπραξε και αυτή στην προσβολή των προαναφερόμενων περιουσιακών και ηθικών εξουσιών του ενάγοντος παράλληλα με τον πρώτο εναγόμενο (αυτουργικά ως προς την τρώση των περιουσιακών εξουσιών αναπαραγωγής, διανομής και κατάστασης του έργου προσιτού στο κοινό μέσω του διαδικτύου και υπό την έννοια της άμεσης συνεργού ως προς την αναίρεση της περιουσιακής εξουσίας προσαρμογής και των ηθικών εξουσιών διατήρησης της ακεραιότητας και αναγνώρισης της πατρότητας). Η ίδια εναγόμενη εκδότρια και ιδιοκτήτρια της εφημερίδας φέρει υπαιτιότητα ως προς τη συγκεκριμένη προσβολή, συνιστάμενη σε αμέλεια, σύμφωνα με τις ακόλουθες επισημάνσεις: Η δεύτερη εναγόμενη είναι μια από τις μεγαλύτερες εκδοτικές εταιρείες της χώρας και εκδίδει σε εβδομαδιαία βάση μία ιστορική κυριακάτικη εφημερίδα με μεγάλο αριθμό αναγνωστών, καθώς και, ως ένθετα, σειρά περιοδικών, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο «Ε Ι». Εκ της επιχειρηματικής και συναλλακτικής δράσης της αυτής, οφείλει να διαθέτει κατάλληλο μηχανισμό ώστε στα πλαίσια της άσκησης του σκοπού της να μην προσβάλει πνευματικά δικαιώματα τρίτων επί έργων που η ίδια διαχειρίζεται και δημοσιεύει. Ο μηχανισμός αυτός δε, στην προκειμένη περίπτωση της έκδοσης του περιοδικού «Ε Ι», έπρεπε να συνίσταται στη δημιουργία (με τη μέθοδο της ψηφιακής σάρωσης – scanning) μίας ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων με προγενέστερα τεύχη του αυτού περιοδικού και των λοιπών ιστορικού περιεχόμενου περιοδικών, που διαθέτουν ή διέθεταν στο παρελθόν ανταγωνιστικές εφημερίδες και είναι ελάχιστα στον αριθμό (η μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε περί τα πέντε ή έξι, βλ. σελ. 27 των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών) και η πρόσβαση στα οποία είναι ευχερής μέσω της προμήθειας τους από τα πρακτορεία διανομής, μέσω της οποίας θα ήταν ευχερής η αντιπαραβολή των υπό δημοσίευση κειμένων με προγενεστέρως δημοσιευθέντα κείμενα άλλων συγγραφέων σχετικά με τις αυτές θεματικές, προς διαπίστωση ομοιοτήτων, ετερότητας ή ταυτότητας των αναγραφέντων ως δημιουργών και εν γένει προσβολών πνευματικής ιδιοκτησίας (πρβλ. σχετικά ΕφΑΘ 4109/2008, ΕλλΔνη 2009, 582).
Εν προκειμένω δε, προέκυψε ότι οι επιμελητές έκδοσης του περιοδικού «Ε – Ι» του Ιανουαρίου του 2011, όπου δημοσιεύθηκε το επίμαχο άρθρο του ενάγοντος με τίτλο «Ο Ιωνικός Πόλεμος», και του τεύχους υπ’ αρ. #9 του περιοδικού της δεύτερης εναγόμενης, στο οποίο δημοσιεύθηκε το προσβάλλον το προαναφερόμενο άρθρο κείμενο του πρώτου εναγόμενου, ήταν οι αυτοί, ήτοι οι κ.κ. Β Λ και Α Ψ, ο δε επιστημονικός υπεύθυνος ήταν επίσης ο αυτός, ήτοι ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος. Εκ της θέσης τους αυτής, οι ως άνω υπάλληλοι της δεύτερης εναγόμενης – οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά των οποίων καταλογίζεται στην ίδια, λόγω της σχέσης πρόστησης που τους συνέδεε, και οι οποίοι είχαν ως αντικείμενο εργασίας τη φιλολογική διόρθωση των υπό δημοσίευση κειμένων (από πλευράς συντακτικών και φιλολογικών λαθών), την εικονογράφηση, το σχεδιασμό και τη σελιδοποίηση τους στο εκάστοτε υπό έκδοση τεύχος – ήταν ευλόγως αναμενόμενο, κατά την αντίληψη και την ικανότητα πρόβλεψης του μέσου κοινωνού, όχι να ανακαλέσουν από μνήμης τους το περιεχόμενο του ανωτέρου πρωτότυπου άρθρου του ενάγοντος και να διακριβώσουν την ομοιότητά του με το προαναφερόμενο άρθρο του πρώτου εναγόμενου, αλλά να διαπιστώσουν ότι το τεύχος υπ’ αρ. #9 του περιοδικού «Ε Ι», που επιμελούνταν, είχε το αυτό ιστορικό θέμα, ήτοι τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, · με το τεύχος Ιανουαρίου 2011 του περιοδικού «Ε – Ι», που είχαν επιμεληθεί στο παρελθόν, και δομείτο από τον ίδιο επιστημονικά υπεύθυνο, και να ανατρέξουν στο αρχείο τους, όπου εκ της φύσης της εργασίας τους είχαν διακρατήσει τα άρθρα του τελευταίου, προκειμένου να προβούν σε αντιπαραβολή του περιεχομένου τους με τα άρθρα που ο πρώτος εναγόμενος τους είχε αποστείλει προς δημοσίευση για το ως άνω περιοδικό της δεύτερης εναγόμενης.
Σε κάθε περίπτωση, εξάλλου, η δεύτερη των εναγόμενων εταιρειών αμελώς αρκέστηκε στη σιωπηρή διαβεβαίωση του πρώτου εναγόμενου ότι τα άρθρα που απέστειλε στους ως άνω επιμελητές έκδοσης του υπ’ αρ. #9 τεύχους του περιοδικού «Ε Ι» δεν ενείχαν προσβολές πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων, και δεν έλαβε έγγραφη διαβεβαίωση του τελευταίου προς τούτο».
Με τις ως άνω αποφάσεις καθίσταται φανερός ο ρόλος και η ευθύνη που φέρουν οι εκδότες στην προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, όντας στην πραγματικότητα εκείνοι που αποκομίζουν και το μεγαλύτερο κέρδος από την κυκλοφορία των εντύπων που εκδίδουν. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι υπάρχει η ευθύνη τους, αλλά κυρίως υπάρχει και τρόπος προστασίας και επιμελούς επαγγελματικής συμπεριφοράς του εκδότη μέσω κατάλληλου μηχανισμού ελέγχου. Δεν μπορεί στο βωμό του γρήγορου και άκοπου κέρδους να υφίστανται αναιδείς προσβολές οι δημιουργοί των έργων λόγου και η συμπεριφορά αυτή να «συντηρείται» από τους εκδότες εθελοτυφλώντας στη δυνατότητα που έχουν τουλάχιστον να επιδεικνύουν την πρέπουσα επιμέλεια ζητώντας γραπτή διαβεβαίωση των συνεργαζόμενων δημιουργών για την πατρότητα και τη μη προσβολή πνευματικών δικαιωμάτων στα έργα που φέρουν προς δημοσίευση.
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr