Η αντικειμενική ευθύνη ιδιοκτήτη αυτοκινήτου
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. ΓΠΝ-1911 «Δια πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο δε οδηγός και ο κατά το άρθρ. 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης εν η περιπτώσει είναι τοιούτος άλλος ή ο κάτοχος ενέχεται μόνον μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, το οποίον παραχωρών εις το ζημιωθέν πρόσωπον, δύναται κατά την κρίσιν του δικαστηρίου να απαλλαχθή κατά πάσης άλλης αποζημιώσεως. Πλειόνων κατόχων ή ιδιοκτητών του αυτοκινήτου ή ευθύνη κανονίζεται κατά το άρθρ. 9 του παρόντος Νόμου».
Εντεύθεν σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη θεσπίζεται η αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) του ιδιοκτήτη και κατόχου του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν μπορεί να του αποδοθεί πταίσμα για το τροχαίο ατύχημα. Δικαιολογητικός λόγος της ανωτέρω αντικειμενικής ευθύνης είναι η διαπίστωση ότι ορισμένο πρόσωπο συνδέεται με το αυτοκίνητο, ήτοι την πηγή κινδύνου με ορισμένη σχέση αντλώντας άμεσα ή έμμεσα ωφελήματα.
Με άλλα λόγια, ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, παρόλο που δεν είναι και οδηγός αυτού κατά τη στιγμή πρόκλησης του ατυχήματος ευθύνεται μέχρι το ύψος της αξίας του αυτοκινήτου και άρα ενάγεται από τον εκάστοτε παθόντα.
Ωστόσο στην περίπτωση κατά την οποία ιδιοκτήτης οχήματος έχει πωλήσει το αυτοκίνητο του, έχοντας λάβει το αντίστοιχο τίμημα, και έχει παραδώσει την νομή αυτού έχοντας έτσι εκφράσει ρητώς και κατηγορηματικώς στον πραγματικό κόσμο πράξεις οριστικής αποξένωσης από το περιουσιακό του στοιχείο, πλην όμως δεν έχει ολοκληρωθεί το τυπικό στοιχείο της καταχώρησης στο βιβλιάριο μεταβολών του οχήματος, πρέπει να γίνει δεκτό κατά συσταλτική ερμηνεία της προειρημένης διατάξεως, ότι διακόπτεται η σχέση του με την πηγή του κινδύνου και συνεπώς δεν ευθύνεται ούτε αντικειμενικά. Η ανωτέρω θέση επικουρείται και από την δυνατότητα που παρέχεται από την προειρημένη διάταξη στον ιδιοκτήτη του οχήματος να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη παραχωρώντας το αυτοκίνητο στον ζημιωθέντα, δυνατότητα που δεν έχει ο ήδη παραχωρείσας το αυτοκίνητο σε έτερο πρόσωπο. Αυτό θα ήταν ενάντια στην λογική του νομοθέτη καθώς σε αυτή την περίπτωση θα προέκυπτε το άτοπο αυτός ο οποίος έχει αποκοπεί από την πηγή του κινδύνου να βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από αυτόν που κατά τον χρόνο του τροχαίου συνδέεται με την πηγή του κινδύνου με υφιστάμενο δεσμό (ΕιρΠειρ 9/2015).
Ελένη Κλουκινιώτη
info@efotopoulou.gr