Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η αντισυνταγματικότητα της διάταξης 19 παρ. 5 εδ. α’ πδ 237/1986 που αφορά τον περιορισμό της ευθύνης του επικουρικού κεφαλαίου έναντι των οργανισμών κοινωνικών ασφαλίσεων

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α’ πδ 237/1986, «η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στον ζημιωθέντα»

και, κατά συνέπεια, η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι επικουρική ως προς τις παροχές που υποχρεούται να καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, με την έννοια ότι, στο μέτρο που ο ζημιωθείς από την αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει την ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ μόνο, όμως, ως προς την έκταση της αποζημιωτικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς προβλέπει ότι, όταν νόμω υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το Επικουρικό Κεφάλαιο, ο ζημιωθείς δεν έχει δικαίωμα έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου αθροιστική απόληψης των ασφαλιστικών παροχών και της αποζημίωσης, ανεξαρτήτως ποιος είναι ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης και αν προβλέπεται νομοθετικά για αυτόν υποκατάστασή του στα δικαιώματα του ζημιωθέντα.

Ακριβώς επειδή με το άρθρο 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986 εισάγεται εξαίρεση στη διάταξη του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ ως προς την έκταση της υποχρέωσης αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως νόμω υπόχρεου και όχι ως προς την έκταση της αξίωσης αποζημίωσης του ζημιωθέντα, για το λόγο αυτό, ούτε το ΙΚΑ ούτε οποιοσδήποτε άλλος φορέας κοινωνικής ασφάλισης νομιμοποιούνται, σε περίπτωση υποκατάστασής τους στις αξιώσεις του ζημιωθέντα, να απαιτήσουν από το Επικουρικό Κεφάλαιο όσα κατέβαλαν στο ασφαλιστικά καλυπτόμενο πρόσωπο του ζημιωθέντα.

Η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 πδ 237/1986 παράγει ιδιαιτέρως ανεπιεική και άδικα αποτελέσματα για τον ασφαλισμένο της εταιρίας η οποία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά της μετά την ημέρα του ατυχήματος. Ο ασφαλισμένος τέτοιας εταιρίας, ο οποίος έχει τηρήσει πλήρως τη νόμιμη υποχρέωσή του για ασφάλιση του οχήματός του, εμφανίζεται να «τιμωρείται» από το νομοθέτη για την πτώχευση, αδυναμία σε βάρος της εκτέλεσης ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας του, δηλαδή για ένα εξωτερικό γεγονός ανεξάρτητο της βούλησής του, για το οποίο δεν έχει καμία υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα να μην καλύπτεται ασφαλιστικά από το Επικουρικό Κεφάλαιο και να υποχρεούται, μόνος αυτός, να καταβάλει στον ζημιωθέντα και, σε περίπτωση υποκατάστασης αυτού, στο ασφαλιστικό ταμείο ή οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης που έχει υποκατασταθεί στις αξιώσεις του ζημιωθέντα, ό,τι τυχόν αυτό κατέβαλε στον ασφαλισμένο του.

Ο θεσμός του Επικουρικού Κεφαλαίου επιτελεί ιδιαίτερο ρόλο στο δικαιικό μας σύστημα και, ειδικότερα, στο ασφαλιστικό δίκαιο, καθότι θεσπίστηκε με στόχο την προάσπιση των συμφερόντων των ζημιωθέντων-παθόντων από ατυχήματα που προκαλούνται από ανασφάλιστα οχήματα και ασφαλισμένων – υπαιτίων, των οποίων η ασφαλιστική εταιρία πτώχευσε ή η άδειά της ανακλήθηκε, όπως εν προκειμένω.

Κατά συνέπεια, η προσέγγιση του θεσμού αυτού με κριτήρια αποκλειστικά και μόνο λογιστικά-οικονομικά, με στόχο την περιστολή δαπανών, παραγνωρίζει την ιδιαίτερη αποστολή του Επικουρικού Κεφαλαίου και άγει σε ανάλγητη αντιμετώπιση του ζητήματος, καταδεικνύοντας στην πραγματικότητα μία πλήρη κάμψη της έννοιας του κράτους δικαίου και μία απροθυμία αποτελεσματικής προάσπισης των δικαιωμάτων των πολιτών.

Άλλωστε το Επικουρικό Κεφάλαιο συντηρείται οικονομικά και από τους ίδιους τους ασφαλισμένους στον κλάδο αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα (άρθρ. 20 παρ.1 ν. 489/1976) και για τον λόγο αυτό είναι πολιτικά και νομικά ανεπίτρεπτο να αφήνονται ακάλυπτοι οι ασφαλισμένοι που συμβάλλουν με την εισφορά τους στην οικονομική επιβίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης, όπως και των άλλων διατάξεων του άρθρου 19 π.δ. 237/1986, έχουν ήδη ολέθριες συνέπειες σε επίπεδο νομικό και κοινωνικό, ασφάλειας των συναλλαγών και του δικαίου. Τα θύματα τροχαίων ατυχημάτων που αδυνατούν να καλύψουν τη ζημία τους, καταδικάζονται στην ανέχεια και στην οικονομική εξαθλίωση, κατά τρόπο κοινωνικά ανάλγητο και απάνθρωπο, που δεν αρμόζει σε μία συντεταγμένη πολιτεία.

Συντασσόμενο με όλα τα εκτεθέντα ανωτέρω, η υπ΄ αριθμ. 345/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωάννινων (ΝΟΒ 2014/53) έκρινε αντισυνταγματική την ως άνω ρύθμιση του προαναφερθέντος άρθρου, δεχόμενο ότι αυτή «ενέχει προσβολή της περιουσίας του παθόντος – δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς συνδρομή λόγου δημοσίου συμφέροντος και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας που αυτό κατοχυρώνει, καθόσον τούτο δε ισχύει για το σύνολο των εξεταζομένων διατάξεων». Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι «το ως άνω μέτρο που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, δεν είναι ούτε αναγκαίο, αλλά ούτε και πρόσφορο για την προστασία του Επικουρικού Κεφαλαίου και την αποζημίωση των παθόντων από τροχαία ατυχήματα, αφού το ανωτέρω επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα χωρίς κόστος για τους ασφαλισμένους, όπως με την αποτελεσματική προληπτική επιτήρηση και τον έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών, αλλά και τη μέριμνα για την εξάλειψη ή την ελαχιστοποίηση των οχημάτων που κυκλοφορούν ανασφάλιστα (βλ. σχετ. Απόφαση ΕΔΔΑ της 22.5.2007 – αρ. προσφυγής 33977/06- στην υπόθεση Μειδάνης κατά Ελλάδος, ΝοΒ 56 – 1367, για την παραπάνω έννοια της αναγκαιότητας, ως ενός από τα τρία κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας, ΟλΑΠ 6/09 ΕλΔικ 50 – 91 και, για την αυτεπάγγελτη έρευνα της συνταγματικότητας των νόμων, Ε.Λαρ 311/07 ΕλΔικ 49 – 835). Η παραδοξότητα της ανωτέρω νομοθετικής ρύθμισης και τα άτοπα, τα οποία συνεπάγεται, καθίστανται εμφανή αν αναλογιστεί κανείς, ότι η ρύθμιση αυτή στερεί ουσιαστικά την ασφαλιστική κάλυψη από τον ιδιοκτήτη κλπ αυτοκινήτου, ακόμη και στη μοναδική ίσως περίπτωση του οδηγητικού του βίου που θα προκαλούσε ατύχημα, παρά τα γεγονός ότι, συμμορφούμενος με άλλη νομοθετική ρύθμιση, κατέβαλε συνεπέστατα, σ’ ολόκληρο τον παραπάνω βίο του, το σύνολο των ασφαλίστρων στις ασφαλιστικές εταιρείες, ένα μέρος των οποίων κατέληγε στο Επικουρικό Κεφάλαιο, για να τύχει της αναμενόμενης και υποσχεθείσης ασφαλιστικής κάλυψης, όταν θα προκαλούσε ατύχημα. Εμφανίζεται έτσι το παράδοξο να υποχρεώνεται με ένα νόμο ο πολίτης να καταβάλει τα ασφάλιστρα, για να τύχει ασφαλιστικής κάλυψης και με άλλο νόμο, χωρίς να καταργείται η παραπάνω υποχρέωσή του, να στερείται, παρά το ότι ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω υποχρέωσή του, την ασφαλιστική κάλυψη που του υποσχέθηκαν. Με τον τρόπο αυτό, επιβραβεύεται η αδυναμία ή η απροθυμία να ασκηθεί έλεγχος στην ασφαλιστική αγορά. Πρόκειται, συνεπώς, για νομοθετική ρύθμιση, η οποία στερώντας από τον συνεπή οδηγό κλπ την ασφαλιστική κάλυψη, που λόγω της συνεχούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του ανέμενε και δικαιούται, μετατρέπει ουσιαστικά, το ασφάλιστρο σε φόρο και μη ανταποδοτικό τέλος υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου και η οποία ρύθμιση, πέραν της αντίθεσής της προς τις ανωτέρω υπερνομοθετικές διατάξεις, έρχεται για το λόγο τούτο, σε αντίθεση και με το περί δικαίου αίσθημα, μη δυνάμενη επομένως και από το λόγο αυτό, να τύχει εφαρμογής, ούτε, φυσικά από το Δικαστήριο τούτο.»

Ομοίως έκριναν και οι κάτωθι αποφάσεις: ΕφΚαλαμ 28/2013, ΜονΠρΑθ 3941/2012, ΕΣυγκΔ 2012/455, ΜονΠρΑθ 3905/2012, ΕΣυγκΔ 2012/465, ΜονΠρΑθ 3977/2012 ΕΣυγκΔ 504/2012, ΜονΠρΑθ 3903/2012 ΕΣυγκΔ 2012/516, ΜονΠρΚατερ 31/2012 ΕΣυγκΔ 2013/32, ΜονΠρΑθ 1564/2013 ΕΣυγκΔ 2013/267.

 

Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί