Η απαγόρευση της αναδρομικότητας του ακυρωτικού αποτελέσματος
Το ΣτΕ στην 2287/2015 απόφασή του, έκρινε ότι «δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012 για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων συνταξιούχων, που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, συνταξιοδοτικές παροχές τους, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως».
Όμως το γράμμα του άρθρου 50 του Π.Δ. 18/1989 ορίζει άλλως. Το άρθρο 50 του Π.Δ. 18/1989 αναφορικά με το αναδρομικό αποτέλεσμα της αποφάσεως επί αιτήσεως ακυρώσεως ορίζει μεταξύ άλλων τα κάτωθι:
«3β. Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης.
3δ. Η εφαρμογή των παραγράφων 3α, 3β, και 3γ δεν θίγει τις αποζημιωτικές αξιώσεις.»
Οι προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 50 του π.δ/τος 18/1989, με το οποίο, μεταξύ άλλων, θεσπίζεται, επί αιτήσεως ακυρώσεως, η δυνατότητα περιορισμού, ως προς τον αιτούντα και μόνον, της αναδρομικότητας των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως (παρ. 3β), προβλέπει, ρητώς, στην περίπτωση αυτή, ότι «δεν θίγονται οι αποζημιωτικές αξιώσεις» (παρ. 3δ).
Εν προκειμένω συμπεραίνουμε ότι ο ίδιος ο νόμος ορίζει ρητά και με τον πιο σαφή τρόπο ότι ο περιορισμός της αναδρομικότητας του ακυρωτικού αποτελέσματος, δεν θίγει τις αποζημιωτικές αξιώσεις.
Ελένη Κλουκινιώτη
info@efotopoulou.gr