Η αποδοχή της αγωγής ως τρόπος περάτωσης της δίκης
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 298 ΚΠολΔ, ο εναγόμενος μπορεί να αποδεχθεί την αγωγή αναγνωρίζοντας ολικά ή εν μέρει το δικαίωμα που έχει ασκηθεί με αυτήν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο.
Η αποδοχή γίνεται είτε κατά το άρθρο 297 είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς, εφόσον ο εναγόμενος έχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της δίκης. Αν γίνει αποδοχή, εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με αυτήν.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η αποδοχή μπορεί να γίνει από τον εναγόμενο είτε με δικόγραφο, το οποίο επιδίδεται στον ενάγοντα είτε με δήλωση του στο Δικαστήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Το Δικαστήριο για να χωρήσει στην έκδοση απόφασης σύμφωνα με τη δήλωση αποδοχής ερευνά τη νομιμότητα παράστασης των διαδίκων, την ύπαρξη δικαιοδοσίας, καθ’ ύλην αρμοδιότητας, ικανότητας διαδίκου, διεξαγωγής της δίκης, έλλειψης εκκρεμοδικίας και τελεσίδικης κρίσης με άλλη απόφαση της διαφοράς. Η δήλωση αποδοχής που έγινε νομίμως επιφέρει περάτωση της δίκης εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, ανάλογα με την έκταση της αποδοχής και ο αποδεχόμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα προσβολής διαδικαστικής πράξης, ενώ υποχρεούται στην καταβολή των δικαστικών εξόδων. Στην περίπτωση όμως παραδεκτής αποδοχής, δεν καταργείται η δίκη αυτοδίκαια αλλά εκδίδεται απόφαση από το Δικαστήριο βάσει αυτής (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, τόμος Β`, έκδ. 1994. σελ. 363 επ., παρατηρ. 8, 11, 29, 32, 42 και 43).
Η αποδοχή αποτελεί το αντίθετο της παραίτησης και μάλιστα της παραίτησης από το υπό κρίσιν ουσιαστικό δικαίωμα. Συνιστά αναγνώριση του δικαιώματος αυτού από τον εναγόμενο. Δέχεται δηλαδή την ύπαρξή του απαλλάσσοντας το δικαστήριο από την έρευνα και την απόδειξη των αξιώσεων του ενάγοντος, αφού ο εναγόμενος τις αναγνωρίζει και δηλώνει πως θα συμμορφωθεί σε αυτές.
Η αποδοχή της αγωγής, αντίθετα με την ομολογία, περιλαμβάνει την αγωγική αξίωση στο σύνολό της, η οποία εκτείνεται και στα πραγματικά γεγονότα και στο νόμιμο της αξιώσεως (ΕιρΡοδ 69/2008, ΜΠρΘεσ. 262/73 Δνη 14,410). Η αποδοχή αποκλείει την έρευνα τόσο της νομιμότητας, όσο και της βασιμότητας της αγωγής (Π.Πρ.Αθ. 1413/73 Ε.Εργ.Δ. 32,1183). Έτσι, αν ο εναγόμενος αποδεχθεί την αγωγή, δεν εξετάζεται ούτε η νομιμότητα, ούτε η βασιμότητά της (Εφ.Αθ. 426/76 ΝοΒ 24, 644). Προκύπτει δηλαδή σαφώς ότι η αποδοχή της αγωγής διαφέρει από τη δικαστική ομολογία, που συνιστά αποδεικτικό μέσο με πλήρη αποδεικτική δύναμη (352 ΚΠολΔ). Με την ομολογία ο εναγόμενος δέχεται την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν τη βάση της αγωγής. Δεν κάνει όμως λόγο για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος. Αντίθετα η αποδοχή αναφέρεται στο πόρισμα του αγωγικού συλλογισμού και όχι μόνο στη ελάσσονα πρότασή του, όπως η ομολογία. Με την αποδοχή ο εναγόμενος αναγνωρίζει δηλαδή το αιτητικό της αγωγής (Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, αρ.143). Συνεπώς, η αποδοχή επιφέρει τα αποτελέσματά της ακόμη και αν η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη ή αόριστη.
Παρά την αποδοχή της αγωγής, όμως, εξετάζεται από το δικαστήριο η κανονικότητα της άσκησης της από την άποψη της προδικασίας. Αντίθετα, δεν εξετάζεται το ορισμένο της πραγματικής θεμελιώσεως της αγωγής, γιατί, εφόσον υπάρχει η αποδοχή, δεν συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος τηρήσεως της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πλην του στοιχ. γ` της § 1 (ορισμένο αίτημα) και β` της § 2 (θεμελίωση της καθ` ύλην αρμοδιότητα) (πρβλ. σχετ. Μ. Μαργαρίτη, η αποδοχή της αγωγής, ΕλΔ 24 σελ. 349 ιδίως 356. ΕφΑΘ. 8232/2000 ΕλλΔ 42,1357).
Αν γίνει αποδοχή της αγωγής από τον εναγόμενο εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με αυτή, γιατί στην περίπτωση αυτή της αποδοχής δεν ερευνάται η νομική και η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αφού ο εναγόμενος αναγνωρίζει την ύπαρξη της επίδικης υποχρεώσεως (βλ. σχετ. ΜονΠρΡοδ 11/2009, ΕφΘεσσαλ 2387/2008 και ΕφΑθ 426/1976 ΝοΒ 24.644).
Θεώνη Κάδρα
e-mail: info@efotopoulou.gr