Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος – Οι αποκλίσεις της και η συνέπεια παραβάσεώς της (536 ΚΠολΔ)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ (μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης), με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (τα προσβαλλόμενα “κεφάλαια“ της αγωγής και τα αναγκαστικώς συνεχόμενα με αυτά).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 536 παρ. 1 (reformation in pejus) του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.  

Όμως, κατά τη διάταξη του 536 παρ.2 του ΚΠολΔ, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης της οποίας ζητείται η εξαφάνιση με την εν λόγω έφεση, ήτοι μετά την αποδοχή του λόγου ή των λόγων έφεσης, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προχωρά στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν ξανακρίνοντας την αγωγή εκ νέου, μπορεί να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο (αντίθετης) δικής του έφεσης ή αντέφεσης (βλ. ΑΠ 132/2004).  

“Κεφάλαιο“ θεωρείται, η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς), και εκκρεμοδικία για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης. Από την άποψη αυτή οι τόκοι, που αποτελούν “παρεπόμενη“, εν αναφορά με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό “κεφάλαιο“ και είναι ζήτημα εκτιμήσεως του δικογράφου της εφέσεως, υποκείμενης, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλονται και οι τόκοι. Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του “αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου“ (που προβλέπεται μόνον επί πρόσθετων λόγων εφέσεως – αρθ. 520 παρ. 2 και αντεφέσεως – αρθ. 523), δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως.  

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ναι μεν το Εφετείο (δευτεροβάθμιο δικαστήριο), μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά παραδοχή κάποιου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση της υποθέσεως από αυτό για παραπέρα εκδίκαση, δεν δεσμεύεται πλέον από την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος, η εξουσία όμως αυτή να εξετάσει τα θέματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 522 ΚΠολΔ κατά το οποίο “με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους”.  

Ειδικότερα δε, όταν η αγωγή που αποτελείται από περισσότερα κεφάλαια, γίνει  μερικά δεκτή ως προς αυτά, η έφεση του ενάγοντος ως προς ορισμένα μεταβιβάζει την υπόθεση στο Εφετείο μόνο για τα κεφάλαια αυτά που προσβλήθηκαν με την έφεση, ή και την τυχόν αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγομένου- όχι δε και για το κεφάλαιο που δεν προσβλήθηκε, κατά το οποίο δεν εξετάζεται από το Εφετείο η υπόθεση ούτε μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως κατά παραδοχή κάποιου λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως για τα προσβληθέντα κεφάλαια, ενώ ως προς τα μη θιγόμενα, με το ένδικο μέσο κεφάλαια δεν εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση και παρά την τυχόν γενικότητα της διατυπώσεως   του διατακτικού της εφετειακής αποφάσεως (βλ. ΑΠ 192/1998). 

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο κατά τα προσβαλλόμενα “κεφάλαια“ (αυτά για τα οποία παραπονείται ο εκκαλών) και ότι ως προς τα “κεφάλαια“ αυτά (που μεταβιβάζεται η υπόθεση), μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει, στην εκ του άρθρου 536 του ΚΠολΔ. αρχή, της «μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος».  

Στην περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το πρώτο στάδιο εξέτασης της έφεσης (πριν δηλ. την εξαφάνιση της εκκαλουμένης) καταλήξει σε κρίση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα, ενώ δεν συντρέχουν οι τασσόμενες από το νόμο προϋποθέσεις (δηλ. είτε δεν έχει ασκηθεί έφεση ή αντέφεση από τον εφεσίβλητο είτε δεν έχει εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς), παραβαίνει την αρχή της διάταξης του άρθρ. 536 ΚΠολΔ. Συνεπώς, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1088/2003).  

Όταν, όμως, η χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος επέρχεται λόγω παραβίασης και των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), δηλ. ως προς κεφάλαια της εκκαλουμένης που δεν προσβλήθηκαν με κάποιο λόγο (κύριο ή πρόσθετο) της έφεσης (ή της αντέφεσης), η απόφαση του εφετείου αναιρείται με βάση και το λόγο της διάταξης του άρθρ. 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 833/2003). 

 

Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος

e- mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί