Οι «de facto οικογενειακές σχέσεις» στο πλαίσιο του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΑΔ
Κατά το άρθρο 8 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΕΣΔΑ), «Κάθε πρόσωπο δικαιούται το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του».
Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ γίνεται αναφορά στην δυνατότητα νόμιμου περιορισμού του προστατευόμενου δικαιώματος.
Επίσης, στο Σύνταγμα έχουμε τα άρθρα 9 και 21 που θεσπίζουν την προστασία του γάμου, της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας και απαγορεύουν κάθε αυθαίρετη παρέμβαση στην οικογενειακή ζωή και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα έχουμε το άρθρο 8 που επιβάλλει στα Κράτη – Μέλη τον σεβασμό της οικογενειακής ζωής. Επιπλέον, νόμο του κράτους αποτελεί από το 1992 και η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η οποία συνιστά τον καταστατικό χάρτη των δικαιωμάτων του, και προστατεύει επίσης της οικογενειακή ζωή του παιδιού και τη σχέση του με τους γονείς του (βλ. σχετ. άρθρα 8, 9, 10 και 16).
Σχετικά δε με την ερμηνεία του όρου «οικογενειακή ζωή», θα πρέπει να αναφερθεί ότι το ΕΔΑΔ στη νομολογία του έχει διευρύνει την ως άνω έννοια, αποτυπώνοντας την ποικιλομορφία των σύγχρονων οικογενειακών σχέσεων, τις επιστημονικές εξελίξεις καθώς και την σχετική εξέλιξη των κοινωνικών αντιλήψεων κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Στοιχεία ενδεικτικά της οικογενειακής ζωής που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της ΕΣΔΑ, εκτός του θεσμού του γάμου, κρίθηκαν από το ΕΔΑΔ ότι αποτελούν η μακρόχρονη συμβίωση, οι συναισθηματικοί δεσμοί που αναπτύσσονται σε μία τέτοια σχέση, η προοπτική οικογενειακής ζωής, καθώς και η οικονομική εξάρτηση των μελών της οικογένειας. Έτσι, πέραν της οικογένειας που θεμελιώνεται σε γάμο, εξομοιώνονται με προστατευόμενη «οικογενειακή» ζωή, οι δεσμοί που αναπτύσσονται εντός εν δυνάμει οικογενειακών σχέσεων καθώς και οι de facto οικογενειακοί δεσμοί (βλ. μελέτη της Σταυρούλας Κτιστάκη, Παρέδρου του ΣτΕ-Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Δ.Π.Θ., «Η προστασία των Κοινωνικών Δικαιωμάτων υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ: οι προοπτικές της νομολογίας του Δικαστηρίου του Στρασβούργου», δημ. Ε.Δ.Κ.Α., τόμος ΝΓ’ 2011, σελ. 481 επ.).
Επίσης, αν και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν εγκαθιδρύει δικαίωμα στην υιοθεσία, τα υιοθετημένα τέκνα απολαμβάνουν οικογενειακή ζωή με τους θετούς γονείς τους (ΕΔΑΔ, Pini κ.α. κατά Ρουμανίας 22.6.2004, παρ. 140, Negrepontis – Giannisis κατά Ελλάδος, 3.5.2011, παρ. 55), ενώ οι σχέσεις που δημιουργούνται εντός μίας ανάδοχης οικογένειας εξομοιώνονται με «οικογενειακή ζωή», λαμβανομένων υπόψη του χρόνου που συμβιώνουν ανάδοχοι γονείς και τέκνο, της ποιότητας των σχέσεων και του ρόλου που έχουν αναλάβει οι ανάδοχοι γονείς (ΕΔΑΔ, Moretti και Benedetti κατά Ιταλίας, 27.4.2010, παρ. 50-52).
Μάλιστα, το ΕΔΑΔ σε πολλές αποφάσεις του, λαμβάνει υπόψη του ορισμένα κριτήρια και παράγοντες, για να χαρακτηρίσει μία ανθρώπινη σχέση ως «οικογένεια». Συγκεκριμένα, έχει κρίνει ως κριτήριο για την θεώρηση ως οικογένειας υπό την έννοια του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ ότι «Το αν τα μέρη ζουν μαζί σαν οικογένεια, τον χρόνο που έχει διαρκέσει η σχέση τους, την αμοιβαία αφοσίωσή τους που εκφράζεται και με την απόκτηση παιδιών και την αμοιβαία ανάμεσα στο παιδί και τον γονιό απόλαυση της συντροφικότητας» (βλ. μελέτη της Φώνης Παπαρηγοπούλου – Σκορίνη, Αναπλ. Καθηγήτριας Αστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών «Γάμος και οικογένεια: Η ελληνική και η ευρωπαϊκή πραγματικότητα», Πηγή:www.ecclesia.gr/www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/family/_xxx/4.doc//140410). Το ΕΔΑΔ, υιοθετώντας μία ευρεία ερμηνεία του όρου «οικογενειακή ζωή», δέχεται ότι τα συμβαλλόμενα κράτη πρέπει να λάβουν θετικά μέτρα δράσης προκειμένου να προστατεύσουν τις σχέσεις που αναπτύσσονται στο πλαίσιο αυτό.
Τα όρια των επιτρεπόμενων περιορισμών του δικαιώματος σεβασμού στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή θεσπίζονται με την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 8, το οποίο ορίζει ότι «δεν επιτρέπεται να υπάρξει επέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός αν η επέμβαση αυτή προβλέπεται από το νόμο και αποτελεί μέτρο, το οποίο σε μία δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξεως και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». Ερμηνεύοντας την εν λόγω παράγραφο, προκύπτει ότι κάθε επέμβαση πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει συγκεκριμένη απαίτηση σε μία δημοκρατική κοινωνία. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο εξετάζει: (1) αν η επέμβαση στο δικαίωμα ανταποκρίνεται σε κοινωνική απαίτηση, (2) αν συνιστά ένα εύλογο ή αναλογικό μέτρο και (3) αν το εναγόμενο κράτος επικαλείται επαρκείς και σοβαρούς λόγους (ΕΔΑΔ, Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 7.12.1976, παρ. 48).
Σημειωτέον, ότι οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ συνιστούν κατευθυντήριες αρχές για όλα τα Κράτη – μέλη της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, τα οποία υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους τη νομολογία του ΕΔΑΔ και να συμμορφώνονται προς τις αποφάσεις του, προκειμένου να αποφύγουν μία τυχόν μελλοντική καταδίκη, αν γίνει προσφυγή για παρόμοια υπόθεση.
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr