Η δικαστική πληρεξουσιότητα ως προϋπόθεση του κύρους των διαδικαστικών πράξεων της δίκης
Το δικαίωμα της γραπτής και προφορικής επικοινωνίας με το δικαστήριο, ήτοι η «ικανότητα του δικολογείν» δεν τάσσεται από το νόμο ως διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος, αλλά ως προϋπόθεση του κύρους επιμέρους διαδικαστικών πράξεων (104 παρ.1 και 105 παρ.1 ΚΠολΔ).
Η ικανότητα αυτή επιφυλάσσεται καταρχήν στους δικηγόρους (άρθρο 94ΚΠολΔ). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αν ελλείπει η πληρεξουσιότητα αυτή του διαδίκου προς το δικηγόρο που παραστάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, δεν είναι απαράδεκτη το ένδικο βοήθημα με το οποίο αιτείται δικαστική προστασία, αλλά θεωρείται ότι ο διάδικος ερημοδικεί, είναι δηλαδή δικονομικά απών από τη διαδικασία, χωρίς όμως έτσι να εμποδίζεται η πρόοδος της δίκης και η έκδοση απόφασης.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν.3994/2011 και – σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του εν λόγω Νόμου – καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει τη πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, ενώ κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ως άνω Ν. 3994/ 2011, ορίζεται ρητά ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 98 ΚΠολΔ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν τροποποιήθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, η πληρεξουσιότητα που δίνεται κατά το άρθρο 96 δεν περιλαμβάνει, εκτός αν το αναφέρει ειδικά, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να ασκηθεί αγωγή κακοδικίας, καθώς και να διεξαχθεί δίκη που αφορά γαμικές διαφορές ή σχέσεις των τέκνων με τους γονείς τους.
Ακολούθως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις, έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Αν αυτός, που παρίσταται ως πληρεξούσιος, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει σύντομη προθεσμία για τη συμπλήρωση της ελλείψεως και να επιτρέψει σε εκείνον, που δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, να συμμετάσχει στη δίκη προσωρινά. Το κύρος των πράξεων, που επιτράπηκαν, εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συμπλήρωση της ελλείψεως. Η οριστική απόφαση δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προτού συμπληρωθεί η έλλειψη, ή πριν παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε (ΑΠ 1529/2002, NOMOS, ΑΠ 517/2002, NOMOS, ΑΠ 292/2002, NOMOS).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 143 παρ. 1, 159 παρ. 1, 544 παρ. 4 ΚΠολΔ, 211, 219 και 238 ΑΚ, ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε ως δικηγόρος, πρόσωπο που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις του δικηγόρου, που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, εξετάζεται δε η ύπαρξη εγκρίσεως και αυτεπαγγέλτως, καθόσον ανάγεται στην υπόσταση της πληρεξουσιότητας. Μια τέτοια έγκριση, που έχει αναδρομική ενέργεια (ΟλΑΠ 1408/1984), συνάγεται, ιδίως, από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου, σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων ως ισχυρών, είναι, δε, αδιάφορο αν ο διάδικος παρίσταται στο ακροατήριο και διορίζει άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο (ΑΠ 203/2003, ΕλλΔικ 2004, 475, ΑΠ 1009/1982, ΝοΒ 1983, 1007).
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 94 παρ. 1, 159 αριθμ. 1 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν δεν συμπληρωθεί, τελικά, η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, κηρύσσονται άκυρες οι πράξεις, που είχε επιτραπεί να επιχειρήσει ο παραστάς δικηγόρος. Ο διάδικος δε, για τον οποίο παραστάθηκε ο δικηγόρος χωρίς πληρεξουσιότητα, δικάζεται ερήμην, εφόσον προκύπτει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι αυτός είχε προσλάβει νόμιμα την ιδιότητα του διαδίκου (ΠολΠρωτΑθ 5016/2013, ΠολΠρωτΠειρ 733/1991, Δ 1992, 127).
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr