Η εκτέλεση των αποφάσεων περί απόδοσης ή παράδοσης τέκνου και προσωπικής επικοινωνίας κατά το άρθρο 950 ΚΠολΔ – Μη επιτρεπτή η άμεση εκτέλεση
Κατά το άρθρο 950 ΚΠολΔ, όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 Ν.4335/2015, και τροποποιήθηκε δυνάμει των άρθρων 61 και 120, 4842/2021 ορίζεται πως: «1. Με την απόφαση με την οποία διατάζεται η απόδοση ή παράδοση τέκνου, καταδικάζεται ο γονέας που έχει το τέκνο να εκτελέσει αυτήν την πράξη και με την ίδια απόφαση, για την περίπτωση που δεν την εκτελέσει, απαγγέλλεται αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ υπέρ του αιτούντος την απόδοση ή παράδοση και σε προσωπική κράτηση έως ένα (1) έτος. Αν το τέκνο δεν βρεθεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 861 έως 866.
- Αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, το δικαστήριο, που ρυθμίζει το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, καθορίζει τα χρονικά διαστήματα αυτής και απειλεί, και αυτεπάγγελτα, σε βάρος εκείνου που εμποδίζει κάθε φορά την επικοινωνία, για κάθε παράβαση, χρηματική ποινή έως δέκα χιλιάδες (10,000.00) ευρώ και προσωπική κράτηση έως ένα (1) έτος. Η παρεμπόδιση του δικαιώματος της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο διαπιστώνεται με έκθεση δικαστικού επιμελητή, ο οποίος παρευρίσκεται κατά τον ορισθέντα χρόνο έναρξης της επικοινωνίας.».
Έτσι, εκ των διατάξεων του άρθρου 950 ΚΠολΔ[1] θεσπίζεται έμμεση εκτέλεση για την αξίωση προς παράδοση ή απόδοση τέκνου και την αξίωση για επικοινωνία του γονέα, ο οποίος δεν διαμένει με το τέκνο. Η σχετική διάταξη της απόφασης εκτελείται σύμφωνα με το άρθρο 947, δηλ. αφού επιδοθεί επιταγή προς εκτέλεση του διατακτικού της απόφασης που διατάσσει την παράδοση του τέκνου προς επικοινωνία, απαιτείται νέα απόφαση που να βεβαιώνει την παραβίαση.(βλ. άρ. 947, ΕφΑθ 308/88 Αρμ 1989.380, Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, σελ. 585). Σύμφωνα, με το άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν από το δικαστήριο της ουσίας επιβάλλεται στον οφειλέτη η υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί κάποια πράξη, απειλείται παράλληλα, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την περίπτωση της μη εκούσιας συμμόρφωσής του, χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση σε βάρος του υπόχρεου. Οι διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις του άρθρου 950 ΚΠολΔ και προβλέπουν την επιβολή υποχρέωσης και την επέλευση συνεπειών, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (218/2026 ΑΠ, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Κατά το προγενέστερο δίκαιο, η παρ. 1, πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρ. 27 ν. 2721/1999, προέβλεπε ως είδος αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως που διατάσσει την απόδοση ή την παράδοση τέκνου, την άμεση εκτέλεση, συντελούμενη με την αφαίρεση του τέκνου και την παράδοσή του στον γονέα που έχει την επιμέλεια (ΜονΠΧαλκ 100/1973, ΝοΒ 1973.831). Ήδη άμεση εκτέλεση για την ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής του γονέα δεν προβλέπεται. Η εκπλήρωση της εξασφαλίζεται μόνο με έμμεση εκτέλεση. (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος ΙΙ, σελ. 1833)
Τη δυνατότητα της άμεσης εκτελέσεως είχε αρχικά διατηρήσει το άρθρο 950 § 1 και μετά τον ν. 2447/1996. Το άρθρο 45 ν. 2447/1996 προέβλεψε μόνον ότι, στην περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως αποφάσεως που διέταζε να αποδοθεί ή να παραδοθεί τέκνο, ο δικαστικός επιμελητής θα πρέπει να συνοδεύεται κατά την εκτέλεση από όργανο της Κοινωνικής Υπηρεσίας. Σκοπός της προσθήκης αυτής ήταν «να αμβλυνθεί η σκληρότητα του μέτρου, που εξομοιώνει στην ουσία το τέκνο με πράγμα, κάτι που αποτελεί προσβολή θεμελιώδους ανθρωπίνου δικαιώματος». Η προσθήκη αυτή, παρά το ότι δεν προέβλεψε ρητώς για το αν η παρουσία του οργάνου της Κοινωνικής Υπηρεσίας επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας, δημιούργησε ανυπέρβλητες δυσχέρειες στην πρακτική.
Ο ν. 2721/1999 (άρθρο 27) αντικατέστησε την άμεση εκτέλεση, που προέβλεπε η αρχική ρύθμιση του άρθρου 950 § 1, με έμμεση εκτέλεση, ώστε να φύγει η «αντιμετώπιση … των αποδιδομένων τέκνων ως res». Η Εισ. Έκθ. του ν. 2721/1999 υποδεικνύει την αντισυνταγματικότητα της προηγούμενης ρυθμίσεως και ειδικότερα την αντίθεσή της προς τα άρθρα 2 § 1 και 21 § 1 Σ/1975 (η παιδική ηλικία τελεί υπό την προστασία του κράτους). Επιπλέον υπογραμμίζει ότι η άμεση εκτέλεση που επέτρεπε η προτροποποιούμενη ρύθμιση του άρθρου 950 § 1 έρχεται σήμερα σε αντίθεση και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών (κυρώθηκε πρόσφατα με τον ν. 2502/1997), που αναγνωρίζει «τα ύψιστα δικαιώματα των παιδιών». (Γέσιου- Φαλτσή, Π., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Ειδικό Μέρος, σελ. 20-21)
Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι ο Έλληνας νομοθέτης εγκατέλειψε συνειδητά το σύστημα της άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης στις υποθέσεις απόδοσης ή παράδοσης τέκνου, αντικαθιστώντας το με έμμεση εκτέλεση μέσω της απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Η νομοθετική αυτή επιλογή υπαγορεύθηκε από την ανάγκη εναρμόνισης της διαδικασίας εκτέλεσης με τη συνταγματική προστασία της αξίας του ανθρώπου και της παιδικής ηλικίας (άρθρα 2 παρ. 1 και 21 παρ. 1 Συντ.), καθώς και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας ως προς την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού. Υπό το ισχύον δίκαιο, το τέκνο δεν αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο (res) αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ως αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων, του οποίου το βέλτιστο συμφέρον αποτελεί τον πρωταρχικό γνώμονα κάθε εκτελεστικής διαδικασίας. Η επιλογή της έμμεσης εκτέλεσης αντανακλά ακριβώς τη μετατόπιση προς μία προσέγγιση που επιδιώκει την αποτελεσματική συμμόρφωση του υπόχρεου, χωρίς να εκθέτει το ανήλικο σε τραυματικές καταστάσεις ή να θίγει την προσωπικότητα και την αξιοπρέπειά του.
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr