Η έννοια της περιουσίας κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει (βλ. ΕΔΔΑ, Van der Mussele κατά Βελγίου, 23.11.1983) ότι η έννοια της περιουσίας αφορά τόσο την υφιστάμενη περιουσία όσο και περιουσιακές αξίες, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων, για την απόκτηση ή ικανοποίηση των οποίων ο προσφεύγων μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει τουλάχιστον μια «εύλογη» ή «θεμιτή προσδοκία» (legitimate expectation – βλ. ΕΔΔΑ, Pressos Compania Naviera S.A. κ. ά. κατά Βελγίου, 20.11.1995 παρ. 31 και Ouzounis κ. ά. κατά Ελλάδος, 18.04.2002, παρ. 24). Ειδικότερα κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μια προσδοκία είναι θεμιτή εφόσον βασίζεται είτε σε νομοθετική διάταξη είτε σε προηγούμενη πράξη ή ενέργεια δημόσιας αρχής ως προς το επίμαχο περιουσιακό συμφέρον. Επίσης, μια απαίτηση οικονομικού περιεχομένου μπορεί να θεωρηθεί ως περιουσιακή αξία και να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, στο μέτρο που το εθνικό δίκαιο παρέχει επαρκές έρεισμα για την ικανοποίησή της. Κάτι τέτοιο συμβαίνει για παράδειγμα όταν η αξίωση έχει στερεή βάση σε συναφή νομοθετική πρόβλεψη ή όταν υπάρχει σχετική πάγια νομολογία, που την ικανοποιεί (Κατ’ άρθρο Ερμηνεία Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Διευθυντής έκδοσης: Λινός – Αλέξανδρος Σισιλιάνος, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ.656). Κατά αυτό τον τρόπο έχει κριθεί ότι στην έννοια της περιουσίας εμπίπτουν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, εφόσον πρόκειται όχι απλά για μεταβολή του ύψους (βλ. ΕΔΔΑ Panfile κατά Ρουμανίας, 20.03.2012 Για τους μισθούς ισχύουν mutatis mutandis, όσα ισχύουν για τις συντάξεις. Έτσι, το άρθρο 1 δεν εγγυάται το δικαίωμα σε μισθό συγκεκριμένου ποσού), αλλά για πλήρη διακοπή καταβολής της σύνταξης, καθώς επίσης και αξιώσεις από κρατικά ομόλογα (βλ ΕΔΔΑ Υuriy Lobanov κατά Ρωσίας 2.12.2010).Αναφορικά με την ένταξη των ομολόγων στην έννοια της περιουσίας, όπως αυτή αναγνωρίζεται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, γίνονται οι κάτωθι επισημάνσεις. Ειδικότερα κρίνεται σκόπιμο να γίνει παραπομπή στις σκέψεις 32-33 της απόφασης του ΕΔΔΑ Yuriy Lobanov κατά Ρωσίας, 15578/03, όπου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι «η έννοια της περιουσίας στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου έχει μια αυτόνομη έννοια, η οποία δεν περιορίζεται στην κυριότητα των υλικών αγαθών και είναι ανεξάρτητη της επίσημης θεώρησης της έννοιας στο εθνικό δίκαιο. Ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα, όπως τα χρέη, αποτελούν περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να θεωρηθούν ως δικαιώματα ιδιοκτησίας, και επομένως ως «περιουσία» για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης». Το ΕΔΔΑ συνέχισε τη σκέψη του υπενθυμίζοντας ότι «στην υπόθεση Suljagić v. Bosnia and Herzegovina (νούμερο 27912/02, §§ 34-36, 3.11.2009) διαπιστώθηκε, ότι η αξίωση που πηγάζει από τις αποταμιεύσεις-καταθέσεις σε ξένο νόμισμα, που είχαν κατατεθεί σε Γιουγκοσλαβικές τράπεζες πριν από τη διάλυση της Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας συνιστούν «ιδιοκτησία», κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου. Συνεπώς και στην υπόθεση Yuriy Lobanov κατά Ρωσίας, η απόφαση του προσφεύγοντος να επενδύσει τις αποταμιεύσεις του το 1982 σε κρατικά ομόλογα, προσιδιάζει στην ως άνω υπόθεση, με αποτέλεσμα να καθίσταται η κατοχή κρατικών ομολόγων περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 1ΠΠ της ΕΣΔΑ. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η κατοχή ομολόγου και δη κρατικού συνιστά περιουσία του κατόχου, που προστατεύεται από το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΔΣΑ. Συνεπώς, προκύπτει ότι το ΕΔΔΑ προσδίδει ένα ευρύ περιεχόμενο στην «περιουσία», χωρίς να προσκολλάται στην αντίστοιχη αντιμετώπιση των περιπτώσεων από τις εσωτερικές έννομες τάξεις.
Ειδικότερα ως προς το κεφάλαιο των συνταξιοδοτικών και κοινωνικών παροχών το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η θέση σε ισχύ νομοθεσίας για την καταβολή σύνταξης δημιουργεί ένα οικονομικό συμφέρον στα άτομα που πληρούν τις προϋποθέσεις, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΕΔΔΑ, Carson κ. ά. κατά Ηνωμένου Βασιλείου). Μάλιστα το δικαίωμα σε σύνταξη μπορεί να εξομοιωθεί με περιουσιακό δικαίωμα όταν έχουν καταβληθεί εισφορές ((ΕΔΔΑ, Caygusuz κατά Αυστρίας, 16.09.1996, παρ. 39-41) ή όταν ο εργοδότης έχει αναλάβει τη γενικότερη δέσμευση να καταβάλει σύνταξη υπό όρους που μπορεί να θεωρηθούν ότι αποτελούν τμήμα της σύμβασης εργασίας. Παρόλο που το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει δικαίωμα σε σύνταξη καθορισμένου ποσού, η μείωση ή η κατάργηση της σύνταξης αποτελεί επέμβαση (interference) στο δικαίωμα για σεβασμό της περιουσίας και το δικαιολογημένο ή μη αυτής εξετάζεται υπό το πρίσμα του πρώτου κανόνα του άρθρου 1 (βλ. υποσημείωση 61 για παραπομπή σε νομολογία σε Κατ’ άρθρο Ερμηνεία Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Διευθυντής έκδοσης: Λινός – Αλέξανδρος Σισιλιάνος, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 663).
Ελένη Κλουκινιώτη
info@efotopoulou.gr