Η υπ’ αρ. 4/2014 γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σχετικά με τη νομική φύση της «εισαγγελικής παραγγελίας» και την προστασία των προσωπικών δεδομένων
Στην υπ’ αρ. 4/2014 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διατυπώνονται, με αφορμή το ερώτημα που τέθηκε σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων, κρίσεις για τη νομική φύση της «εισαγγελικής παραγγελίας» ως νομικό μέσο.
Συγκεκριμένα, διατυπώθηκαν τα εξής: «…κατά το Σύνταγμα, ο Εισαγγελέας είναι ισόβιος δικαστικός λειτουργός και η ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του περιβάλλεται με το κύρος της δικαστικής λειτουργίας, ο ίδιος δε απολαμβάνει τις εγγυήσεις της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας (άρθρα 87 παρ. 1, 2 και 88 παρ. 1 Συντ.). Επομένως, οι κατά το άρθρο 25 παρ. 4 εδ. β’ Ν. 1756/1988 παραγγελίες του προς τις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφελείας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 ΚΠΔ, έχουν το χαρακτήρα δικαστικής διάταξης, η οποία βεβαίως πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένη και να μην αποτελεί απλό διαβιβαστικό έγγραφο της σχετικής αιτήσεως του ιδιώτη προς τη δημόσια υπηρεσία, με την οποία ο τελευταίος ζητεί να λάβει γνώση του περιεχομένου ή τη λήψη αντιγράφων εγγράφων, χωρίς ρητή έκφραση της γνώμης του συντάκτη της εν λόγω παραγγελίας, δηλαδή του Εισαγγελέα [ΑΠ 148/2013, Ποιν Χρον ΞΔ/2014, σελ. 203].
Εξάλλου, η προστασία των ελευθεριών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, μεταξύ των οποίων και τα προσωπικά, απλά και ευαίσθητα, δεδομένα του (άρθρο 9Α Συντ.), πρωτίστως και κυρίως προστατεύονται από τις δικαστικές αρχές με τις δικαιοδοτικές κρίσεις τους εν ευρεία εννοία, όπως αυτές που εκδίδονται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση εισαγγελικούς λειτουργούς, οι οποίοι, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, λαμβάνουν υπόψη την αναγκαιότητα προστασίας των περί ων ο λόγος δικαιωμάτων, προερχόμενοι, ενόψει και της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της αναλογικότητας, και σε αξιολογική στάθμιση των προστατευόμενων από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών, με προέχουσα την απαίτηση για αναζήτηση της αλήθειας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, μέσω της οποίας πραγματώνεται και η αξιούμενη κατά τα άνω προστασία των δικαιωμάτων αυτών. Περαιτέρω, είναι αυτονόητο ότι οι δικαστικές κρίσεις σε καμιά περίπτωση δεν υποκαθίστανται από αποφάσεις ανεξάρτητων αρχών και πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν να μη λαμβάνονται υπόψη από τις τελευταίες, των οποίων οι αρμοδιότητες είναι σαφώς και αυστηρώς προσδιορισμένες από τις διατάξεις του σχετικού ιδρυτικού νόμου (Ν. 2472/1997), ο οποίος διέπει τη λειτουργία τους.
Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, οι προαναφερόμενες υπηρεσίες του δημοσίου και εν γένει του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι υποχρεωμένες να συμμορφώνονται με τις κατά τα άνω εισαγγελικές διατάξεις, τυχόν δε άρνηση των διοικήσεών τους και γενικά των νομίμων εκπροσώπων τους συνιστά, κατ’ αρχάς, άδικη και ποινικά επιλήψιμη πράξη…».
http://www.eisap.gr/?q=consultations
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr