Η καταβολή του παραβόλου στο Συμβούλιο της Επικρατείας ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος – Η καταβολή του παραβόλου στην περίπτωση εκδίκασης ύστερα από παραπομπή
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 36 του ΠΔ 18/1989: «1. Το ένδικο μέσο που ασκείται στο Συμβούλιο της Επικράτειας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί παράβολο. Το παράβολο ορίζεται, όταν πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως, έφεση, υπαλληλική προσφυγή, τριτανακοπή ή αίτηση αναιρέσεως σε διαφορές κοινωνικής ασφάλισης σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ, όταν πρόκειται για αναστολή εκτελέσεως, αίτηση ερμηνείας και αίτηση διόρθωσης σε εκατό (100) ευρώ και όταν πρόκειται για αίτηση αναιρέσεως, πλην εκείνων που αφορούν διαφορές κοινωνικής ασφάλισης, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Ειδικώς, σε περίπτωση αιτήσεως αναστολής κατά πράξεων που εντάσσονται στη διαδικασία αναθέσεως διοικητικών συμβάσεων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των εδαφίων β`, γ` και δ` του άρθρου 5 του Ν. 3886/2010 (Α 173). Από την υποχρέωση καταβολής παράβολου απαλλάσσονται το Δημόσιο και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης».
Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η κατάθεσή του παραβόλου τίθεται από το νομοθέτη ως προϋπόθεση παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε περίπτωση άσκησης ενδίκου βοηθήματος ή μέσου σε διοικητικό δικαστήριο και παραπομπής της υπόθεσης από το δικαστήριο αυτό στο Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω αρμοδιότητας κατ’ άρθρο 12 παρ.2 ΚΔΔ, ερωτάται κανείς για τον τρόπο πλήρωσης της ως άνω προϋπόθεσης του παραδεκτού στην εν λόγω περίπτωση.
Στην υπ’ αρ. 777/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι «η προβλεπόμενη από το άρθρο 36 παρ. 1 και 3 του Π.Δ. 18/1989 μηνιαία προθεσμία για την καταβολή του παραβόλου, αρχίζει από την κοινοποίηση της παραπεμπτικής απόφασης στον αιτούντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, εκτός εάν η δικογραφία περιέλθει στο δικαστήριο σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδοσης της παραπεμπτικής απόφασης, οπότε η προθεσμία αρχίζει από την περιέλευση του δικογράφου. Στην περίπτωση, εξάλλου, κατά την οποία δεν προκύπτει από τη δικογραφία κοινοποίηση της παραπεμπτικής απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου ή η γενομένη κοινοποίηση δεν είναι νομότυπη, η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία κινείται με την κοινοποίηση στο διάδικο που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, της πράξης του Προέδρου του οικείου Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον ορισμό εισηγητή και δικασίμου για την υπόθεση. Εάν δε, είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση, η πιο πάνω μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΣτΕ 263/2009, 4386/2005, 3913/2004, 1357/2002, 3035/1996, 3134/95, 1977/1994 κ.α.)».
Επίσης, με την ίδια ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι η πρόβλεψη των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 33 του ΠΔ 18/1989, που ορίζουν: «3. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, ο προεδρεύων της συνθέσεως ή ο εισηγητής καλεί, και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο να τις καλύψει, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία. 4. Η πρόσκληση της προηγούμενης παραγράφου γίνεται τηλεφωνικώς από το γραμματέα, ο οποίος βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας το χρόνο ειδοποίησης, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία. Αν η τηλεφωνική πρόσκληση είναι αδύνατη ή δυσχερής, αποστέλλεται έγγραφο, αντίγραφο του οποίου τηρείται στο φάκελο της δικογραφίας. Στο αντίγραφο αυτό σημειώνεται η ημερομηνία αποστολής του εγγράφου», δεν μπορούν να εφαρμοστούν για την έλλειψη καταβολής του παραβόλου. Έτσι, κρίθηκε ότι στις τυπικές παραλείψεις, οι οποίες μπορούν να καλυφθούν και μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 33 του ΠΔ 18/1989, δεν περιλαμβάνεται και η μη καταβολή ή η καταβολή ελλιπούς παραβόλου. Τούτο δε διότι η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ΠΔ 18/1989 ορίζει ειδικώς ως έννομη συνέπεια της μη καταβολής παραβόλου μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Με την ρύθμιση αυτή ο νομοθέτης αποβλέπει στην αποτροπή ασκήσεως απερίσκεπτων ενδίκων μέσων και συνακόλουθα στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr