Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η κρατούσα νομολογία κρίνει νόμιμη την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ακύρως απολυθέντα εργαζομένου εναντίον του εργοδότη να ανέχεται προσωρινά την προσφορά των υπηρεσιών του

Από τις διατάξεις των άρθρων 731 και 732 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέτρο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος, υπό την προϋπόθεση ότι το ασφαλιστικό μέτρο δεν οδηγεί στην ικανοποίηση του δικαιώματος κατ’ άρθρο 692 παρ. 4 του ΚΠολΔ.

Ανακύπτει, λοιπόν, το ερώτημα, εάν είναι νόμιμη η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται από τον ακύρως απολυθέντα εργαζόμενο να επιστρέψει προσωρινά στην εργασία του μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης που θα κυρώνει την καταγγελία τη σύμβασής του. Σύμφωνα με την άποψη που επικρατεί στη νομολογία και θεωρία (290/2013 ΜΠρΛαμ, 493/2013 ΜΠρΞανθ, 6913/2008 ΜΠρΑθ, 8606/2011 ΜΠρΑθ, ΜΠρΑΘ 6604/2007, ΜΠρΑθ 2599/2007, ΜΠρΑθ 4768/2007, ΤΝΠ Nomos, Μπέης, Πλ. Δικ. τεύχος 16, σελ. 752, Γαβαλάς, Η δυνατότητα προσωρινής με ασφαλιστικά μέτρα αποκατάστασης του μισθωτή στη θέση της εργασίας ύστερα από παράνομη απόλυση, ΝοΒ 1984, σελ. 251, Ζερδελής, Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ΕΕΔ 1986, σελ. 117, Βλαστός, Η προσωρινή δικαστική προστασία του εργαζομένου σε περίπτωση καταχρηστική μετάθεσής του, Δ 1990, σελ. 419 επ.), η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του άκυρα απολυμένου δεν συνιστά ικανοποίηση του δικαιώματος του εργαζόμενου, αφού με το ασφαλιστικό αυτό μέτρο αναστέλλεται προσωρινά η εκτέλεση της απόφασης του εργοδότη ωσότου εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της αγωγής του εργαζόμενου για την κύρια υπόθεση. Με τη λήψη του συγκεκριμένου ασφαλιστικού μέτρου, διατηρείται ή τίθεται σε προσωρινή λειτουργία η εριζόμενη έννομη σχέση και αποτρέπεται η απονέκρωση της, η οποία ενέχει τον κίνδυνο αμετάκλητων καταστάσεων σε βάρος του εργαζόμενου. Με την τυχόν παραδοχή της εν λόγω αίτησης δεν επέρχεται πλήρης ικανοποίηση του δικαιώματος του αιτούντα-απολυμένου εργαζόμενου, καθόσον το αιτούμενο ασφαλιστικό μέτρο διατάσσεται για την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως που ανέκυψε από την επικαλούμενη παράνομη συμπεριφορά του καθού η αίτηση – εργοδότη, η οποία επιφέρει επαχθείς συνέπειες για τον εργαζόμενο και δεν δημιουργεί αμετάκλητη κατάσταση (πρβλ. ΑΠ 1497/2000 ΕλλΔνη 42. 681, ΜΠρΘεσ. 12551/1996 ΕλλΔνη 38. 175, ΜΠρΑθ 3378/1995 ΕΕργΔ 54. 872, Π. Τζίφρας Ασφ. Μέτρα 1985. 367, Κ. Μπέης Δ. 12.140).

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την κρατούσα στη  νομολογία άποψη, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η αξίωση του εργαζομένου εναντίον του εργοδότη να ανέχεται την προσφορά των υπηρεσιών του (Εφ.ΑΘ. 8298/1991 ΕλλΔνη 39, 240) είναι δεκτική προσωρινής δικαστικής προστασίας με προσωρινή καταδίκη κατά το άρθρο 731 Κ.Πολ.Δ. (Ζερδελή: Το δίκαιο της καταγγελίας, σελ. 491).

Όσον αφορά όμως το αναγνωριστικό αίτημα της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων περί διάγνωσης της καταγγελίας ως άκυρης, η εν λόγω αίτηση έχει κριθεί (496/2013 ΜΠρΞανθ,  Nomos) απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η διάγνωση του κύρους της εργασιακής συμβάσεως και της απόλυσης των εργαζομένων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά αποτελεί αντικείμενο κύριας δίκης και δη αναγνωριστικής αγωγής (Κ.Πολ.Δ. 70). Εξάλλου, στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, της οποίας αντικείμενο είναι η πιθανολόγηση του διαπλαστικού δικαιώματος προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων, η ενδεχόμενη πιθανολόγηση, και όχι η διάγνωση, της εριζόμενης έννομης σχέσεως της εργασιακής σύμβασης ή επιμέρους δικαιώματος αυτής αποτελεί απλώς προδικαστικό ζήτημα για την περαιτέρω πιθανολόγηση του διαπλαστικού δικαιώματος παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας.

Αντιθέτως, μειοψηφία της νομολογίας (35887/2008 Μπρ Θεσσ, Αρμ 2008/1870, ΜΠρΑθ 8448/2007, ΜΠρΑθ 9756/2005, ΜΠρΑθ 1755/2005, ΜΠρΑθ 6093/2005, ΜΠρΑθ 4864/2004) δέχεται ότι «η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ο μισθωτός, μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ζητεί να υποχρεωθεί ο εργοδότης να αποδέχεται τις υπηρεσίες τις οποίες αυτός παρείχε στα πλαίσια της σύμβασης μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση στην κύρια δίκη επί αγωγής την οποία άσκησε ή πρόκειται να ασκήσει ο μισθωτός για τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και τη διάγνωση του σχετικού του δικαιώματος για πραγματική απασχόληση (ή μέχρι να λάβει χώρα άλλο μελλοντικό συμβάν)……… δεν είναι νόμιμη. Τούτο γιατί, κατά την άποψη που κρίνεται ορθότερη και δέχεται το παρόν δικαστήριο, η παραδοχή της σχετικής αίτησης θα οδηγούσε ευθέως και αμέσως στην αναβίωση και ενεργοποίηση της εριζόμενης εργασιακής σχέσης καθώς και σε απόλαυση (συνήθως για μεγάλο χρονικό διάστημα) του ασφαλιστέου ουσιαστικού δικαιώματος για απασχόληση, χωρίς αυτό να προβλέπεται από το άρθρο 728 ΚΠολΔ ή από άλλη διάταξη ουσιαστικού δικαίου. Επίσης, η παραδοχή της σχετικής αίτησης θα ισοδυναμούσε με καταδίκη του εργοδότη σε επαναπρόσληψη του μισθωτού, πράγμα το οποίο κατά το νόμο προϋποθέτει τελεσίδικη δικαστική αναγνώριση της άκυρης καταγγελίας (άρθ. 23 παρ. 2 ν. 1264/1982) και θα εξουδετέρωνε τις έννομες συνέπειες της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης, τις οποίες ο νομοθέτης θέλησε να είναι άμεσες. Πέραν τούτων η παραδοχή της αίτησης θα οδηγούσε στη δημιουργία αμετάκλητης κατάστασης, ενόψει της φύσης και του περιεχομένου του σχετικού δικαιώματος, εφόσον, εάν παρασχεθούν οι υπηρεσίες του μισθωτού, δεν είναι πλέον δυνατό να αναληφθούν (αποδοθούν) σε περίπτωση κατά την οποία στην κύρια δίκη κριθεί ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα για πραγματική απασχόληση του μισθωτού ή η αντίστοιχη έννομη σχέση. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι παραπάνω αποδοχές δεν διαφοροποιούνται από το γεγονός ότι η αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού ζητείται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και όχι μέχρι τη νομότυπη λήξη της εργασιακής σχέσης, εφόσον η προσωρινή ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, λόγω της φύσης της, είναι πάντοτε δεδομένη και ως εκ τούτου η απαγόρευση της ικανοποίησης του ουσιαστικού δικαιώματος έχει τεθεί σε αναφορά και συνάρτηση με την προσωρινότητα αυτή (Λεβέντη, Εργατική Νομοθεσία, τ. Α`, σελ. 460, Ντάσιου, Εργατικό Δίκαιο, 1986,  σελ. 313, ΜονΠρΑΘ 5905/2004, 6826/2004, 5801/2001, 27648/99 ΔΕΝ 55.1337)».

Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί