Η μεταβολή του επωνύμου, από νομολογιακή σκοπιά, όπως εκτενώς αναλύθηκε στο ΕφΑΔ 2012, 2 από την κ. Παντελίδου, στο σχετικό της άρθρο με θέμα: «Το ονοματεπώνυμο στην οικογένεια»
Από τις αποφάσεις της τελευταίας 25ετίας του Συμβουλίου Επικρατείας (άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αναλύονται οι διαφορετικής φύσεως δικαστικές κρίσεις που σχηματίστηκαν αναφορικά με τη μεταβολή του επωνύμου κατά τη διάρκεια του γάμου, ήτοι:
Με την απόφαση 1044/2010 το ΣτΕ παρέπεμψε (άρθρ. 14 παρ. 5 π.δ. 18/1995) στην επταμελή σύνθεση λόγω της σπουδαιότητας και των αντίθετων γνωμών την εξής περίπτωση: Η αιτούσα ζήτησε να συμπληρώσει το επώνυμο που είχε διατηρήσει με το γάμο της το 1983, με το επώνυμο του εγκατεστημένου στην Ελβετία συζύγου της, επικαλούμενη επαγγελματικούς λόγους (ήταν γνωστή με το επώνυμο του συζύγου και αντιμετώπιζε προβλήματα ταυτοπροσωπείας ενώπιον των αλλοδαπών υπηρεσιών). Στο Τμήμα επικράτησε η άποψη ότι παρά την ΑΚ 1388, μπορεί να ζητηθεί η μεταβολή κατά το ν.δ. 2573/1953, οπότε η Διοίκηση θα αποφανθεί αιτιολογημένα ενόψει της σοβαρότητας των λόγων, λαμβανομένης υπόψη της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της προστασίας του γάμου και της οικογένειας (Συντ 5 παρ. 1 και 21 παρ. 1). Η εισηγήτρια ήταν αντίθετη, διότι η ΑΚ 1388 είναι δημόσιας τάξης. Και με τη νεότερη τροποποίηση – σημειώνει – απαιτείται συμφωνία των συζύγων και κοινή δήλωση και όχι διοικητική πράξη. Τρίτη γνώμη ετάχθη υπέρ του ότι αιτήματα μεταβολής απορρίπτονται μόνον για λόγους δημοσίου συμφέροντος, που δεν περιέχονται στην ΑΚ 1388, ώστε να προηγείται η βούληση του ατόμου ως προς τη μεταβολή του επωνύμου στο πλαίσιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (5 παρ. 1), στοιχείο της οποίας αποτελεί το ονοματεπώνυμο.
Με την απόφαση 4167/2009 το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως της αιτούσας ιατρού, η οποία μετά το διαζύγιο, ζητούσε να διατηρήσει το επώνυμο του συζύγου, χωρίς να έχει αντιρρήσεις ο τελευταίος. Η αιτούσα επεκαλείτο αφενός ότι το πατρικό της επώνυμο ήταν κακόηχο και αφετέρου ότι μετά το γάμο της το 1977 έλαβε με το επώνυμο του συζύγου το πτυχίο, την ειδικότητα και την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και έτσι ήταν γνωστή επαγγελματικά και κοινωνικά. Το δικαστήριο έλαβε υπόψη και ότι με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 66 Ν 1329/1983 επιτρέπεται και μετά το διαζύγιο χρήση του επωνύμου του άλλου συζύγου, εφόσον απέκτησε με αυτό επαγγελματική ή καλλιτεχνική φήμη και δεν βλάπτονται σοβαρά συμφέροντα του τελευταίου και δέχεται ότι η διάταξη αυτή δίδει δυνατότητα χρήσης του πρώην επωνύμου σε όλες τις σχέσεις, έννομες και κοινωνικές, ώστε στην ουσία δεν υπάρχει σοβαρός λόγος νομικής μεταβολής του επωνύμου. Ενώ το κακόηχο είναι σοβαρός λόγος που δικαιολογεί τη μεταβολή, η αλλαγή για λόγους επαγγελματικούς αντίκειται στη μεταβατική αυτή διάταξη, κατά το δικαστήριο.
Με την απόφαση 3834/2009 το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως αποφάσεως του Νομάρχη που είχε αρνηθεί στην αιτούσα την αλλαγή του επωνύμου με την προσθήκη και του επωνύμου του συζύγου, διότι κατά το δικαστήριο η ΑΚ 1388 προσδιορίζει υποχρεωτικώς τη νομική κατάσταση από πλευράς επωνύμου και αυτό δεν αλλάζει ούτε με την τροποποίηση της διατάξεως, διότι αυτή γίνεται με κοινή δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου. Κατά τη μειοψηφούσα άποψη της εισηγήτριας, η ΑΚ 1388 δεν αποκλείει τη μεταβολή, ενόψει του Συντ 5 παρ. 1 και του άρθρου 8 ΕΣΔΑ στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν και τα ζητήματα αλλαγής ονόματος ή επωνύμου.
Με την απόφαση 2567/2002 το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως απορριπτικής αποφάσεως της διοικήσεως για αλλαγή του επωνύμου της αιτούσας σε αυτό του συζύγου. Η αιτούσα ισχυρίστηκε ότι με το διαφορετικό επώνυμο οι σύζυγοι δυσχεραίνονται στις επαγγελματικές και κοινωνικές τους σχέσεις στη Γερμανία όπου είναι εγκατεστημένοι, λαμβανομένου υπόψη ότι το επώνυμο της αιτούσας είναι κατά τους Γερμανούς κακόηχο και επειδή ομοιάζει με ρουμανικό όνομα δημιουργεί σύγχυση ως προς την εθνικότητα της αιτούσας. Το δικαστήριο έκρινε ότι είναι νόμιμη η άρνηση της διοικήσεως κατά την οποία το επώνυμο δεν είναι δυσχερές στην εκφορά, κακόηχο ή δυσφημηστικό και δεν αρκεί για την αλλαγή η δραστηριοποίηση με το επώνυμο του συζύγου. Η μειοψηφία των δικαστών έκρινε ότι οι επικαλούμενοι λόγοι κατατείνουν στην οικογενειακή ενότητα και διευκόλυνση της επαγγελματικής δραστηριότητας και είναι σοβαροί ώστε η απόρριψη έχρηζε ειδικότερης αιτιολογίας.
Με την απόφαση 2906/1996 το ΣτΕ δέχθηκε την αίτηση ακυρώσεως κατά της απορριπτικής πράξης της διοικήσεως, από την οποία η αιτούσα σύζυγος, αλλοδαπής καταγωγής, είχε ζητήσει την αλλαγή του οικογενειακού της επωνύμου σε αυτό του συζύγου. Η λεπτομέρεια της υποθέσεως ήταν ότι η αιτούσα είχε προσλάβει ελληνικό επώνυμο με τον πρώτο της γάμο και το είχε απολέσει με το διαζύγιο. Όταν ήλθε σε δεύτερο γάμο, επικαλέσθηκε ότι τριάντα χρόνια στην Ελλάδα αισθανόταν Ελληνίδα και το παιδί της είχε ελληνικό επώνυμο και δεν επιθυμεί να διατηρήσει το οικογενειακό της. Το ΣτΕ έκρινε ότι η ΑΚ 1388 δεν αποκλείει τη δυνατότητα μεταβολής διά της διοικητικής οδού.
Από την παραπάνω νομολογία παρατηρείται ότι το ΣτΕ είναι μάλλον επιφυλακτικό στην αλλαγή του επωνύμου της συζύγου και στη διατήρηση ή αντικατάσταση με αυτό του συζύγου, ενώ δέχεται ευκολότερα την προσθήκη.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος