Η νέα ρύθμιση του άρθρου 261 ΑΚ (που τέθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013) για την παραγραφή εν επιδικία
Κατά το άρθρο 261 εδ. α’ ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται μεταξύ άλλων με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 953/2012). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 261 εδ.β’ ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013 (ΦΕΚ Α 74/20-3-2013), η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Έτσι, ως διακοπτική διαδικαστική πράξη θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων των ή του δικαστηρίου, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία κατά τον ΚΠολΔ, για την έναρξη, συνέχιση, διεξαγωγή ή αποπεράτωση της δίκης. Εξάλλου η κατά τα ανωτέρω παραγραφή, όπως το άρθρο 261 ΑΚ ίσχυε, πριν την ως άνω τροποποίησή του, μπορούσε να συμπληρωθεί «εν επιδικία», αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει χρονικό διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή, που διακόπηκε. Όμως, για να αρχίσει εκ νέου η διακοπείσα παραγραφή, από την τελευταία διαδικαστική πράξη του Δικαστηρίου, η οποία παραγραφή είναι ισόχρονη με την διακοπείσα και να μπορεί να συμπληρωθεί, με την παρέλευση του χρόνου, που ισχύει γι’ αυτήν, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής, πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης, προϋποτίθεται ότι είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης, με πράξεις των διαδίκων, ήτοι αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του. Τέτοια διαδικαστική πράξη αποτελεί, μεταξύ άλλων και η κατάθεση κλήσεως προς ορισμό δικασίμου προς περαιτέρω συζήτηση μετά την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και μάλιστα χωρίς ανάγκη επίδοσής της (ΑΠ 1683/84) ως και ο ορισμός δικασίμου, αφού δι’ αυτής συντελείται συνέχιση προς ολοκλήρωση της δίκης (ΑΠ 53/2002). Η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 261 ΑΚ κινείται, ενόψει του επιδιωκομένου δι’ αυτής σκοπού της εκκαθαρίσεως των συναλλαγών, εντός του πλαισίου της καθιερούμενης με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας.
Ήδη, όμως, με το νέο άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω, ορίζεται πλέον ότι την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής, η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης (παραγ. 1), στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης, η δε διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Έτσι ορίστηκε πλέον νομοθετικά και για τις εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η άσκηση της αγωγής ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά την διακοπή που επέρχεται με την επίδοση της αγωγής, η οποία ήταν ισόχρονη, έστω και βραχυπρόθεσμη και το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από το ανώτερο σημείο διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της αγωγής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης και επαναφέροντας την παραγραφή εν επιδικία, μόνο, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις διαδίκου (βλ. αναλυτικά ΑΠ 950/2015, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Υπό τη νέα ρύθμιση, η αναστολή η οποία ξεκινά από τη χρονική στιγμή της διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής διαρκεί για 6 μήνες, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου, συνεχίζει δε για όσο χρόνο δεν επιχειρούνται διαδικαστικές πράξεις από τους διαδίκους. Κατ’ αποτέλεσμα, η παραγραφή συμπληρώνεται όταν παρέλθει ίσος χρόνος με την παραγραφή προσαυξανόμενος κατά 6 μήνες. Αν στο μεταξύ διενεργηθεί από τον διάδικο κάποια αναγκαία διαδικαστική πράξη, τότε νέος χρόνος παραγραφής προσαυξανόμενος κατά 6 μήνες αρχίζει και πάλι από την επομένη της τελεσθείσας διαδικαστικής πράξης. Ο νομοθέτης προφανώς σκόπευε να δώσει μία χρονική ανάσα στους διαδίκους, κυρίως όμως στα δικαστήρια, ώστε να αποτρέπεται κατά το δυνατόν η «εν επιδικία» συμπλήρωση σύντομων παραγραφών. Λ.χ. επί της σύντομης εξάμηνης παραγραφής της αξιώσεως του εκμισθωτή για αποζημίωση λόγω φθορών στο μίσθιο κατ’ άρθρο 602 ΑΚ, η παραγραφή ευχερώς μπορούσε παλαιότερα να συμπληρωθεί, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων των διαδίκων- ή του δικαστηρίου- συμπληρωνόταν το εξάμηνο της παραγραφής. Ήδη υπό τη νέα ρύθμιση, το εξάμηνο τρέπεται σε δωδεκάμηνο, διότι η παραγραφή που διακόπηκε με την επίδοση της αγωγής αρχίζει εκ νέου έξι μήνες μετά την διακοπή και όχι από την επομένη της διακοπής, συμπληρώνεται δε αφού παρέλθει και το εξάμηνο της παραγραφής, ώστε για την παραγραφή εν επιδικία να απαιτούνται πλέον δώδεκα μήνες, υπό την προϋπόθεση πάντοτε της αδράνειας των διαδίκων (βλ. μελέτη της Κ. Μακρίδου, «Η νέα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ (Άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013) για την παραγραφή “εν επιδικία”», ΝοΒ 62 τ. Φεβρουαρίου 2014, σελ. 17 επ.)
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr