Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η νομική φύση του συμφώνου συμβίωσης

Η νομική φύση του συμφώνου συμβίωσης είναι μικτή. Από τη μια πλευρά πρόκειται για θεσμό του οικογενειακού δικαίου, ενώ από την άλλη αποτελεί μια ακόμη τυπική, επώνυμη, υποσχετική, ενοχική σύμβαση αορίστου χρόνου, ενέχουσα στοιχεία εταιρείας. Η μικτή φύση του συμφώνου σημαίνει ότι επ’ αυτού μπορούν να τύχουν (αν όχι πάντοτε ευθείας, τουλάχιστον αναλογικής) συμπληρωματικής εφαρμογής διατάξεις τόσο από το ενοχικό δίκαιο των συμβάσεων, όσο και από το δίκαιο του γάμου του ΑΚ. Έτσι το ζήτημα της αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του γάμου και επί του συμφώνου δεν μπορεί να επιλυθεί συλλήβδην προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά απαιτείται η εκτίμηση της εκάστοτε υποτιθέμενης ατέλειας στο ρυθμιστικό σχέδιο του ν. 3719/2008, ώστε να καταφαθεί ή να απορριφθεί κατά περίπτωση η αναλογία (βλ. Κ. Χριστοδούλου Σύμφωνο συμβίωσης – Καταγραφή επί μέρους ζητημάτων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, Περιοδικό Δίκη, Απρίλιος 2009).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου 3719/2008, που προβλέπει το σύμφωνο συμβίωσης, σκοπός του ως άνω νόμου είναι να θέσει ένα νομικό πλαίσιο και να ρυθμίσει συστηματικά αυτή τη μορφή συμβίωσης, οριοθετώντας με τρόπο σαφή τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις των συμβιούντων προσώπων. Οι ρυθμίσεις του έχουν ως αφετηρία την αρχή ότι στην ελεύθερη συμβίωση επικρατεί η ελευθερία της βούλησης των προσώπων και όχι ο θεσμικός χαρακτήρας, όπως συμβαίνει στο γάμο. Άμεση συνέπεια της παραδοχής αυτής είναι ο αμιγώς συμβατικός τύπος που απαιτείται για την κατάρτιση του «συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης», η δυνατότητα που αναγνωρίζεται στα μέρη να ρυθμίσουν συμβατικά τις περιουσιακές τους σχέσεις και το ελευθέρως διαλυτό του συμφώνου. Ταυτόχρονα, όμως, το σχέδιο νόμου κατοχυρώνει την προστασία των τέκνων που γεννώνται από το ζεύγος των συντρόφων (πατρότητα, επώνυμο, γονική μέριμνα) και το κληρονομικό δικαίωμα του επιζώντος συντρόφου, εισάγοντας έτσι τις μόνες ρυθμίσεις υποχρεωτικού χαρακτήρα, που κείνται εκτός της πρωτοβουλίας των συμβιούντων προσώπων. Από την προτεινόμενη νομοθετική αντιμετώπιση της ελεύθερης συμβίωσης προκύπτει με σαφήνεια ότι αυτή αποτελεί ένα καθεστώς διαφορετικό από το γάμο: πρόκειται για μία εναλλακτική μορφή μόνιμης συμβίωσης και όχι για μία μορφή «χαλαρού» γάμου. Αυτό σημαίνει ότι δεν θίγεται, ούτε κλονίζεται στο ελάχιστο η αξία του γάμου ως θεσμού, του οποίου η σύναψη, οι έννομες συνέπειες και η λύση υπάγονται σε τελείως διαφορετικούς κανόνες αναγκαστικού δικαίου και ο οποίος εξακολουθεί να ενδιαφέρει το ίδιο σοβαρά την πολιτεία και το κοινωνικό σύνολο.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές, αναφορικά με τη νομική φύση του συμφώνου συμβίωσης, ότι στα μάτια του νομοθέτη αυτό δεν αποτελεί γάμο, αλλά μια μορφή εναλλακτικής συμβίωσης. Εξάλλου, εάν ο νομοθέτης ήθελε να θεωρηθεί το σύμφωνο συμβίωσης ως γάμος θα το όριζε ρητά και θα επέτρεπε την αναλογική εφαρμογή όλων των διατάξεων του ΑΚ και σε αυτό (βλ. Γνωμοδότηση ΝΣΚ 393/2009).  Ειδικότερα ο Α.Π. στην απόφαση 206/2011 έχει κρίνει ότι  «η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας νόμου προϋποθέτει, αφενός μεν, την ύπαρξη ακούσιου κενού ως προς τη νομοθετική ρύθμιση μίας συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως, δηλαδή την κατάλειψη αυτής αρρύθμιστης, αφετέρου δε, την ομοιότητα της εν λόγω βιοτικής σχέσεως, κατά τα ουσιώδη σημεία της, με άλλη νομοθετικώς ρυθμισμένη. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κενό που να απαιτεί συμπλήρωση με αναλογία, δηλαδή με προσφυγή σε έναν άλλο κανόνα δικαίου, όταν ο νομοθέτης άφησε μία περίπτωση αρρύθμιστη είτε διότι δεν τον ενδιέφερε η ρύθμισή της είτε, κατά μείζονα λόγο, διότι δεν επιθυμούσε να τη ρυθμίσει. Εξάλλου, το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο έχει ενταχθεί στο αναφερόμενο στις σχέσεις των συζύγων από το γάμο τέταρτο κεφάλαιο του ιδίου Κώδικα, ορίζει ότι “αν ο γάμος λυθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή”. Από τη διάταξη αυτή, αποσκοπούσα στην προστασία του συζύγου με τη μικρότερη αύξηση της περιουσίας, δηλαδή, κατά κανόνα του οικονομικώς ασθενεστέρου, και περιέχουσα, ως εκ τούτου κανόνα αναγκαστικού δικαίου, συνάγεται ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει τέλεση γάμου και άρα στο ρυθμιστικό της πεδίο εμπίπτει μόνο η αξίωση του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου. Αναλογική εφαρμογή αυτής της ρυθμίσεως στη λεγόμενη ελεύθερη (εκτός γάμου) ένωση δύο ετερόφυλων προσώπων δεν είναι δυνατή, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναλογίας. Ειδικότερα, κατά τη θέσπιση της κρίσιμης ρυθμίσεως, ο νομοθέτης, επιθυμώντας την υπαγωγή σε αυτή μόνο της έγγαμης σχέσεως, απέφυγε ηθελημένως όμοια ή ανάλογη ρύθμιση και της ελεύθερης ενώσεως, μολονότι τη γνώριζε ως υπάρχουσα de facto κατάσταση. Μεταξύ των δύο περιπτώσεων άλλωστε υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές, ως προς τη σύσταση, τη λειτουργία, τη λύση, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις δεσμεύσεις κλπ, και ως εκ τούτου η ελεύθερη ένωση, μη υπαγόμενη στο νομικό καθεστώς του γάμου, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειες του, ενόψει μάλιστα και του ότι οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, αρνούμενοι να τελέσουν γάμο, δεν θέλησαν να υπαχθούν γενικώς στις διατάξεις που ρυθμίζουν το γάμο (ΑΠ 874/2008)».

Τα παραπάνω δεδομένα καταδεικνύουν με τον πιο σαφή τρόπο το γεγονός ότι τόσο η νομοθετική όσο και η δικαστική λειτουργία δεν θεωρούν το σύμφωνο συμβίωσης ως γάμο.

Το ερώτημα που αναφύεται σε δεύτερο στάδιο είναι το πώς αντιμετωπίζει η Διοίκηση το ζήτημα του συμφώνου συμβίωσης. Γίνεται αντιληπτό, ότι μια σαφής απάντηση δεν μπορεί να δοθεί εκ των προτέρων, ειδικά όταν υπάρχει ως πρόκριμα το γεγονός της θέασης του συμφώνου συμβίωσης ως κάτι minus και alliud του γάμου. Εν προκειμένω είναι ιδιαίτερα χρήσιμες οι γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δίνουν μια κάποια κατεύθυνση.

Ειδικότερα, το ΝΣΚ στην 224/2010 Γνωμοδότηση έκρινε ότι δεν δικαιούται την ειδική άδεια του γάμου της παρ. 1 του άρθρου 50 του ν. 3528/2007, καθώς και τη μηνιαία οικογενειακή παροχή που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3205/2003, ειδικός επιστήμονας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε Ανεξάρτητη Αρχή, ο οποίος έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης.

Στην 258/2010 Γνωμοδότηση το ΝΣΚ έκρινε ότι δεν εντάσσονται στα μέλη της οικογένειας όπως αυτά προσδιορίζονται από την ασφαλιστική νομοθεσία (άρθρο 33 α.ν. 1846/1951) τα πρόσωπα τα οποία συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης. Με τη διάταξη του άρθρου 33 α.ν. 1846/1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», ορίστηκαν ρητά τα μέλη της οικογενείας του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου ΙΚΑ, επί των οποίων επεκτείνεται η ασφαλιστική προστασία και κάλυψη υπό την προϋπόθεση ότι συμβιώνουν μαζί του και η συντήρησή τους βαρύνει αυτόν. Τα προστατευόμενα μέλη είναι: α) η σύζυγος ή ο σύζυγος, β) τα άγαμα τέκνα, φυσικά και υιοθετηθέντα, νόμιμα και νομιμοποιηθέντα ή αναγνωρισθέντα, καθώς και οι πρόγονοι, γ) οι φυσικοί και θετοί γονείς, δ) οι ορφανοί έγγονοι και αδελφοί. […] Τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου είναι αυτά που ρητά αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη και δεν είναι δυνατή η παροχή ασφαλιστικής προστασίας σε άλλα μη κατονομαζόμενα πρόσωπα και ως εκ τούτου, ούτε στους δυνάμει συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης συντρόφους.

Στην 258/2010 Γνωμοδότηση το ΝΣΚ έκρινε ότι δεν εντάσσεται στην έννοια σύζυγος διπλωματικού υπαλλήλου του ΥΠΕΞ, ο οποίος κατά τις διατάξεις του άρθρου 68 παρ. 2 περ. ιε’ και κε’ του ισχύοντος οργανισμού του ΥΠΕΞ δικαιούται να λάβει διπλωματικό διαβατήριο, πρόσωπο που συνάπτει σύμφωνο συμβίωσης με διπλωματικό υπάλληλο.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί