Η νομική υπόσταση των ησυχαστηρίων της εκκλησίας της Ελλάδος
Τα ησυχαστήρια εμφανίζονται ως άτυπες «μη αναγνωρισμένες» μοναστικές ομάδες μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους, από τις αρχές όμως του 20ού αιώνα λειτουργούν σε πιο οργανωμένη βάση, με τη νομική μορφή του συλλόγου ή του ιδρύματος, η οποία μορφή του ιδρύματος τελικά επικρατεί.
Έκαναν την εμφάνιση τους στη νεότερη ελληνική εκκλησιαστική νομοθεσία με το άρθρο 22 του ν.δ. 126/1969. Επειδή δε κατά τη διάρκεια ισχύος του ανωτέρω ν.δ. (που καταργήθηκε με το ν.δ. 87 της 3/3.10.1974, το οποίο στη συνέχεια επίσης καταργήθηκε με το άρθρο 74 του ν. 590/1977 «μη αναβιούντος του καταργημένου ν.δ. 126/1969»), είχαν ιδρυθεί ησυχαστήρια, δεν ήταν δυνατό να αγνοηθούν από το ν. 590/1977 («Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος»), με το άρθρο 39 παρ. 10 του οποίου αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη τους, όμως δεν καθορίστηκαν τα πλαίσια λειτουργίας τους, παρά τη σχετική εξουσιοδοτική διάταξη για την έκδοση κανονιστικής αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου (Τρωϊάνος – Πουλής Εκκλησιαστικό Δίκαιο,Έκδ. 2η, 2003, παρ. 6,4,3 σελ 451).
Ειδικότερα, με το άρθρο 39 του ν.δ. 126/1969 ο μοναστικός τύπος του ησυχαστηρίου εμφανιζόταν ως δικαιικός θεσμός που από νομικής πλευράς ωστόσο – κατά την αντίληψη του νομοθέτη αυτού – αποτελούσε μοναστικό τύπο τελείως διαφορετικό από τις μονές, που είναι Ν.Π.Δ.Δ. Στη νομική του μορφή αναγνωρίζονταν όλα τα τυπικά στοιχεία του ιδρύματος, διαφοροποιούνταν όμως η προσωπικότητα του σε σχέση με τα υπόλοιπα ιδρύματα εξαιτίας της οργανωτικής του διάρθρωσης, διότι τα ησυχαστήρια αποτελούν ιδρύματα με ανθρώπινο υπόβαθρο, ένωση προσώπων που συμβιώνουν βάσει κανόνων που έχουν οριστεί εκ των προτέρων. Το τελευταίο στοιχείο είναι νομικό γνώρισμα του σωματείου, πράγμα που καθιστά αντιληπτό ότι τα ησυχαστήρια είναι ιδρύματα με σωματειακή συγκρότηση, sui generis εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία έχουν ιδιότυπο νομικό χαρακτήρα και διακρίνονται κατ` αυτόν τον τρόπο από τα υπόλοιπα νομικά πρόσωπα του Αστικού Κώδικα. Υπογραμμίζεται ωστόσο ότι και οι μονές,
που είναι Ν.Π.Δ.Δ, έχουν σωματειακή συγκρότηση (Τατάγια, Το νομικό καθεστώς των ησυχαστηρίων στην εκκλησία της Ελλάδος, έκδ 2005,223). Κατά τον ορισμό μάλιστα του άρθρου 5 παρ. Α` του Κ. (Κανονισμού Ιεράς Συνόδου) 39/1972 «Περί των εν Ελλάδι ορθόδοξων Ιερών Μονών και Ησυχαστηρίων», τα ησυχαστήρια είναι πνευματικά ιδρύματα με νομική προσωπικότητα, τα οποία έχουν μέλη αφιερωμένα στο θεό, που διαβιούν εντός αυτού εφαρμόζοντας ένα σύνολο κανόνων που επιβάλλουν μια σειρά υποχρεώσεων, τις μοναχικές επαγγελίες της υπακοής, της παρθενίας και ακτημοσύνης. Ο ίδιος κανονισμός οριοθετεί ακόμη τις έννοιες «ησυχαστήριο» και «μονή» και τις μεταξύ τους σχέσεις, με ταυτόχρονο εννοιολογικό διαχωρισμό αλλά και συσχετισμό τους. `Ετσι, τα ησυχαστήρια είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώ οι μονές είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 2 παρ. β` του Κ. 39/1972). Και στις δύο περιπτώσεις όμως πρόκειται για πνευματικά ιδρύματα τα οποία εξυπηρετούν την ίδια αποστολή, που αποτελεί και το οργανικό τους κύτταρο, την άσκηση του μοναχικού βίου. Ειδικότερα τα ησυχαστήρια είναι ιδιωτικού δικαίου κοινοβιακές μονές και ιδρύονται ως ιδρύματα κατά τις σχετικές διατάξεις του κοινού δικαίου (άρθρα 108-121 ΑΚ).
Τούτο πρωτίστως σημαίνει ότι πρόκειται για κυρίαρχες μονές, νομικά πρόσωπα με διοικητική αυτοτέλεια, αυθύπαρκτα υποκείμενα έννομων σχέσεων, τα οποία σαφώς αντιδιαστέλλονται από τα υποτελή ιδρύματα και αφετέρου από τα ησυχαστήρια, που μας είναι γνωστά από την ορθόδοξη μοναστική παράδοση. Τα ησυχαστήρια δεν είναι ιδιωτικές μονές με την έννοια του ιδιόκτητου, διότι εντάσσονται στους ευρύτερους σκοπούς της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας και συναρτώνται με την αποστολή και το σκοπό της διαπαιδαγώγησης της θρησκευτικής συνείδησης των πολιτών. Γι` αυτούς τους λόγους εξυπηρετούν τη δημόσια λατρεία. Η αποστολή τους έχει δημόσιο χαρακτήρα και κατευθύνονται σε συγκεκριμένους στόχους, στην εκκλησιαστική και κοινωφελή διακονία στην Εκκλησία και γενικότερα στην κοινωνία. Το γεγονός αυτό υπαγορεύει την υπαγωγή τους στο εξαιρετικό πολιτειακό δίκαιο που ρυθμίζει τα θέματα που αφορούν τον μοναχισμό και οπωσδήποτε στο Κανονικό Δίκαιο της εκκλησίας.
Πρόκειται για δικαιικό θεσμό που υπάρχει και λειτουργεί με προκαθορισμένο τρόπο, καθώς ο νόμος προβλέπει διατυπώσεις για την ίδρυση του και ρυθμίσεις για τη δραστηριότητα του (Τατάγια, ό.π σελ 9-11). Τα ησυχαστήρια διέπονται από δίκαιο αναγκαστικό, καθώς, κατά την επιταγή του νομοθέτη, τα καταστατικά τους πρέπει να είναι σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους και τους μοναστικούς κανόνες. Έτσι, τα κύρια νομοθετήματα που προκαθορίζουν την ύπαρξη και τον τρόπο της λειτουργίας τους είναι ο ως άνω Κανονισμός 39/1972 και οι προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 10 του ν. 590/1977.
Τα ησυχαστήρια είναι ιδρύματα και στο πρόσωπο τους αναγνωρίζονται όλα τα τυπικά στοιχεία του ιδρύματος, ήτοι ιδρυτική πράξη με την οποία εκδηλώνεται η βούληση του ιδρυτή ή των ιδρυτών να αφιερώσουν περιουσία για την εξυπηρέτηση σκοπού, και πράξη της πολιτείας που εγκρίνει αυτήν την αφιέρωση. Σημειώνεται ότι, παρά την έκδοση της ΟλΣτΕ 866/1974 (κατά την οποία συνιστά συνταγματικώς ανεπίτρεπτο περιορισμό η, με κανόνα δικαίου, επιβολή υποχρεώσεως στους οπαδούς ορισμένης θρησκείας να συστήσουν προηγουμένως ίδρυμα και ως εκ τούτου ακυρώθηκαν συνολικά οι διατάξεις του άρθρου 5 του Κ. 39/1972 ως αντισυνταγματικές), τα ησυχαστήρια εξακολουθούν να ιδρύονται κυρίως ως ιδρύματα. Παρόλα αυτά δεν μπορεί να ειπωθεί ότι οι ιδρύσεις αυτές
είναι νομικά μετέωρες, διότι οι διατάξεις των άρθρων 107-118 του Αστικού Κώδικα παραμένουν σε ισχύ (Τατάγια, ό.π σελ 224-225). Η προαναφερόμενη απόφαση του ΣτΕ δεν θίγει την έννοια, τον σκοπό και την ουσιαστική πνευματική αποστολή των ησυχαστηρίων, όπως αυτά ορίζονται από τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας (βλ την προσκομιζόμενη, από 23.9.2008, Γνμδ Κ. Παπαγεωργίου, σελ 6). Ο οργανισμός («κανονισμός») εξάλλου κάθε ησυχαστηρίου περιλαμβάνει το σύνολο των κανόνων που διέπουν τη διοίκηση, οργάνωση και λειτουργία του. Ο οργανισμός αυτός έχει εκ του νόμου περιεχόμενο κανονιστικό και υποχρεωτικό. Ο οργανισμός του ησυχαστηρίου αποτελεί πηγή ουσιαστικού δικαίου, καθόσον περιέχει απρόσωπους και αφηρημένους κανόνες, οι οποίοι αφενός οργανώνουν το ησυχαστήριο εσωτερικώς, αφετέρου ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του και ισχύουν γενικώς εφ` όλων των εκάστοτε μελών της αδελφότητας του. Περαιτέρω, ως πηγή του εσωτερικού δικαίου δεσμεύει, εκτός των μελών της Αδελφότητας του, την εκκλησιαστική και την κρατική διοίκηση και τα δικαστήρια (Παπαστάθης, «Περί των ησυχαστηρίων και των ανηκόντων εις αυτά μετοχίων», περ. Νομοκανονικά 1/2003, σελ 78, Γνμδ. Παπαγεωργίου, ό.π. σελ 9).
Για να είναι κανονιστικά δεσμευτικός ο οργανισμός του ησυχαστηρίου, πρέπει το περιεχόμενο του να συμφωνεί με τους Ιερούς Κανόνες, τις Ιερές Παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τους νόμους του κράτους και τις διατάξεις του Κ. 39/1972 (άρθρο 5 β”). Νόμοι του κράτους στην προκείμενη περίπτωση είναι πρωτίστως ο ν. 590/1977, οι γενικές διατάξεις του ΑΚ περί νομικών προσώπων και γενικά η νομοθεσία που διέπει την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση των προσώπων που φέρουν τη μοναχική ιδιότητα, ανεξάρτητα από την πηγή που προέρχεται. Οι σχετικές ρυθμίσεις του νόμου έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, πράγμα που σημαίνει ότι οι διατάξεις του έχουν κατώτερη τυπική ισχύ έναντι των κανόνων του. Αντίθετη ρύθμιση του καταστατικού προς το υποχρεωτικό περιεχόμενο του νόμου δεν ισχυροποιείται και υποχωρεί προ της υποχρεωτικής ρύθμισης του νόμου, η οποία επικρατεί και ισχύει στη θέση της (Τατάγια, ό.π. σελ 22-23).
Το πρόσωπο που λαμβάνει τη μοναχική ιδιότητα υφίσταται ευρύτερες συνέπειες, που επηρεάζουν τη θέση του στην Εκκλησία και την Πολιτεία. Οι συνέπειες αυτές εκτείνονται τόσο σε προσωπικό όσο και σε περιουσιακό επίπεδο και επηρεάζουν τη θέση του στην Εκκλησία αλλά και στην Πολιτεία, η οποία τους αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους πολίτες, δημιουργώντας ένα πλέγμα κανόνων δικαίου, οι οποίοι συνθέτουν ακριβώς αυτήν την ιδιαίτερη μεταχείριση της έννομης τάξης. Τα καταστατικά καθορίζουν ειδικά το νομικό καθεστώς και τις δεσμεύσεις στις οποίες περιέρχονται όσοι εγκαθίστανται με την ιδιότητα του τακτικού μέλους στο ησυχαστήριο. Οι βασικές ρυθμίσεις που περιέχουν στηρίζουν το περιεχόμενο τους στις τρεις βασικές συνθήκες της μοναχικής ομολογίας, που προαναφέρθηκαν, ήτοι την παρθενία, την υπακοή και την ακτημοσύνη (βλ. ΠολΠρωτΘεσ/κης 5657/2009).
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr