Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η σύμβαση αναγνώρισης χρέους ως αναιτιώδης δικαιοπραξία

Κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ουσιώδες για την υπόσταση της, με αυτή, προβλεπομένης συμβάσεως, δεν είναι η μη αναφορά της αιτίας στο σχετικό έγγραφο, από την οποία προέρχεται το χρέος, για το οποίο γίνεται η υπόσχεση ή η αναγνώριση, αλλά η πρόθεση των μερών να μη θεωρούν αναγκαία για την ύπαρξη της οφειλής την αναφορά της αιτίας, πράγμα που θα εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι’ αυτό και η αναφορά της αιτίας ουδόλως βλάπτει, όταν προκύπτει ότι με το συνταχθέν έγγραφο τα μέρη δεν αποσκοπούσαν στη δημιουργία απλώς αποδεικτικού μέσου, αλλά στη δημιουργία ανεξάρτητης από την αιτία ενοχής (ΑΠ 174/80 ΝοΒ 28,1468, ΑΠ 1135/78 ΝοΒ 27,896, ΑΠ 585/73 ΝοΒ 21, 1458, ΕφΠειρ 408/85 ΕλΔ 30, 1030). Και ναι μεν η εις το έγγραφο αναφορά της αιτίας είναι κατά κανόνα εναντίον της απόψεως περί συνομολογήσεως συμβάσεως αφηρημένης υπόσχεσης χρέους τούτο όμως μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, ιδίως όταν η αναφορά γίνεται αορίστως (ΑΠ 305/66 ΝοΒ 15,19, ΑΠ 879/74 ΝοΒ 23, 489, ΑΠ 1135/78 ΝοΒ 27, 897, ΕΑ 991/80 Αρμ 1980, 729, Καυκάς ΕνοχΔ υπ’ άρθ. 873-875 αριθ. 2, 5, 6, 8, 9, Ζέπος Ειδικό ενοχικό § 24), ούτε ασκεί περαιτέρω κάποια επιρροή το γεγονός ότι η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση αφορά χρέος από βασική σχέση που συγχρόνως με αυτή καταρτίστηκε (ΑΠ 879/74).

Περαιτέρω, από την αυτήν, ως άνω διάταξη, προκύπτει ότι η ενοχή από αφηρημένη υπόσχεση ή η αναγνώριση χρέους η αποδοχή της οποίας μπορεί να γίνει με κάθε τρόπο, δηλωτικό της βουλήσεως, ρητώς ή σιωπηρώς όπως η άσκηση της αγωγής για την επιδίκαση του ποσού του χρεόυς (ΕΑ 1531/88 ΕλΔ 31, 143, ΕΑ 281/79 ΝοΒ 27,1312), είναι αναιτιώδης και συνεπώς δεν θίγεται το κύρος αυτής από την ανυπαρξία, την ακυρότητα ή τα ελαττώματα της βασικής σχέσης, ιδρύει νέα ενοχική σχέση, αποτελούσα ιδία βάση αγωγής, εναγόμενος δε ο οφειλέτης δύναται να προσβάλει την περί αναγνωρίσεως σύμβαση, ως άκυρη κλπ, όχι όμως και να προβάλλει άλλες ενστάσεις από την παλαιά ενοχή διασφαλιζομένης από τυχόν ελαττώματα της (ΑΠ 585/73 ανωτ., ΑΠ 879/74 ανωτ., ΑΠ 447/84 ΝοΒ 12.1077, ΕφΠειρ 408/85 ανωτ., Ευρυγένης στην ΕρμΑΚ 873 αριθ. 20) (Εφετείο Αθήνας 7105/2002 ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).

Συμπερασματικά τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, θεμελιώνοντας μία νέα αγώγιμη ενοχή σε αντικατάσταση ή ενίσχυση προηγούμενης ενοχής (βασικής σχέσεως), να διαμορφώσουν αυτή ως αιτιώδη (άρθρ. 361 ΑΚ) ή αναιτιώδη (άρθρ. 873-875 ΑΚ). Η διάκριση είναι θέμα ερμηνείας με τη βοήθεια και εξωτερικών στοιχείων (άρθρ. 173, 200 ΑΚ), σε περίπτωση δε αμφιβολίας λογίζεται (άρθρ. 873 εδ. β ΑΚ) ως αναιτιώδης η έγγραφη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους που δεν αναφέρει την αιτία της (Ευρυγένης όπ. ανωτ. άρθρ. 873 αριθ. 11-13, 17. Λιακόπουλος όπ. ανωτ. άρθρ. 873 αριθ. 6-10. ΑΠ 523/2001, ΕλλΔνη 2001.1641. ΕφΑθ 2251/1996 και 786/1997 όπ. ανωτ.). Έτσι η αναφορά στο κείμενο της αναγνωριστικής συμβάσεως της αιτίας της ή η παράλειψή της δεν δεσμεύουν ως προς το χαρακτηρισμό της ως αιτιώδους ή αναιτιώδους και μπορεί παρά την αναγραφή της αιτίας του χρέους η σύμβαση να είναι στην πραγματικότητα αναιτιώδης ή αιτιώδης αλλά απαλλαγμένη ενστάσεων από τη βασική σχέση, εφόσον αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι. Στην τελευταία αυτή περίπτωση μπορεί ο οφειλέτης, που ενάγεται προς εκπλήρωση της παροχής του, να προσβάλει αυτή καθεαυτή τη σύμβαση αναγνωρίσεως λόγω δικών της ελαττωμάτων, δεν μπορεί όμως να προτείνει ενστάσεις από τη βασική σχέση (Ευρυγένης όπ. ανωτ. άρθρ. 873 αριθ. 39. Λιακόπουλος όπ. ανωτ. άρθρ. 873 αριθ. 2. βλ και ΑΠ 523/2001 όπ. ανωτ. 843/2000 όπ. ανωτ.. ΕφΘεσ 1330/1998, Αρμ 1998.849. ΕφΑθ 7603/2002, ΕΕμπΔ 2002.810) και μάλιστα ούτε με τη μεθόδευση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. (Εφετείο Πειραιά 379/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης).

Ελένη Κλουκινιώτη

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί