Η συνταγματικότητα της υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου (αγωγόσημου) και στις αναγνωριστικές αγωγές
Διχογνωμία επικρατεί στους νομικούς κύκλους σχετικά με τη συνταγματικότητα της υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών μετά την τροποποίηση του άρθρου 7 § 3 του ν.δ. 1544/1942 με το άρθρο 70 § 3 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α΄ 165/25-7-2011),
με το οποίο επεκτάθηκε η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές με «ποινή» απαραδέκτου του εισαγωγικού δικογράφου και πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος με συνέπεια την απόρριψης της αναγνωριστικής αγωγής. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν είναι σύννομη και σύμφωνη με το κράτος δικαίου η επιβολή του «τέλους» αυτού στον ενάγοντα ώστε να μπορέσει όχι να εκτελέσει την απόφαση που επιδιώκει να εκδοθεί, αλλά να μπορέσει να αχθεί σε δικαστική κρίση η ίδια του η αγωγή.
Ειδικότερα, κατά την αρχική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 7 § 3 του ν.δ. 1544/1942 προβλεπόταν ότι: «Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓΠΟΗ΄ είναι ότι είς το δι’ αυτού επιβαλλόμενον τέλος δεν υπόκεινται αί απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ώς και αί περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Με το άρθρο 70 § 3 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α΄ 165/25-7-2011), η άνω παράγραφος αντικαταστάθηκε ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Παράλληλα η διάταξη του άρθρου 72 § 14 του ίδιου νόμου προέβλεψε ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού διατάγματος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Πρακτικά δηλαδή η εν λόγω τροποποίηση κατήργησε την απαλλαγή των αναγνωριστικών αγωγών από την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου. Ακολούθως, με το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α΄ 51/12-3- 2012), εξαιρέθηκαν ορισμένες κατηγορίες αναγνωριστικών αγωγών: «1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α΄ 189) που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165) αντικαθίσταται ως εξής: ‘‘3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού’’. 2. Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού».
Υποστηρίχτηκε, λοιπόν, από τη θεωρία και υιοθετήθηκε από τη νομολογία ότι η ως άνω ρύθμιση είναι ανίσχυρη ως αντίθετη με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς με τη διάταξη του άρθρου 70 του ν. 3994/2011 θεσπίζεται ένας ανεπίτρεπτος περιορισμός που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας (βλ. ΜονΠρΧαν 3/2013 ΝοΒ 2013. 415 = Αρμεν 2013. 480, ΜονΠρΑθ 669/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρηνΑθ 322/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Τα δικαστήρια είναι αρμόδια και υποχρεούνται λόγω του διάχυτου, συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, που θέτει το ίδιο μας το Σύνταγμα στο άρθρο 87 παρ.2 εξειδικεύοντας τη λειτουργική ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής με την εξής επιταγή «Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος», να ερευνήσουν την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα νόμου που τίθεται ενώπιόν τους και τον οποίο καλούνται να εφαρμόσουν κατά την έκδοση της αποφάσεως τους, με την έννοια, όχι να ακυρώσουν τον κρινόμενο νόμο ως αντισυνταγματικό, αλλά να μη τον εφαρμόσουν στην συγκεκριμένη περίπτωση «διορθώνοντας» έτσι τα «ατοπήματα» της νομοθετικής εξουσίας στα πλαίσια της λειτουργικής διάκρισης των εξουσιών.
Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι η επέκταση του δικαστικού ενσήμου, όμως, και στις αναγνωριστικές αγωγές (σε ποσοστό μάλιστα διπλάσιο από αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα με το άρθρο 6α του ν. 4093/2012), ως δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της παράστασης του διαδίκου, καθιστά δυσβάστακτη την προσφυγή των πολιτών στην Δικαιοσύνη, περιορίζοντας ή και στερώντας το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, γεγονός προδήλως αντισυνταγματικό και αντίθετο στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Η μέχρι και τις 24-07-2011 διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί καταψηφιστικών αγωγών ήταν εκτελεστές, σε αντίθεση με τις αποφάσεις επί αναγνωριστικών αγωγών, ενώ και το Δημόσιο δεν στερείτο του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου που καταβάλλεται όταν η αναγνωριστική απόφαση γίνει εκτελεστή.
Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος), το οποίο κατοχυρώνεται και από τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ, αποτελώντας θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου.
Ο ουσιαστικός νόμος καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, πλην όμως, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει αφενός μεν να συνάπτονται και να είναι ανάλογες με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφετέρου δε να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων θα επερχόταν άμεση ή έμμεση κατάλυση του κατά την προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 675/2010, NOMOS και ολΣτΕ 3087/2011,NOMOS, καθώς και ολΣτΕ 3470/2007, NOMOS, η οποία έκρινε αντισυνταγματική την διάταξη του άρθρου 277 παρ. 3 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η οποία θέσπισε, προκειμένου περί χρηματικών φορολογικών διαφορών, την επί ποινή απαραδέκτου υποχρέωση καταβολής αναλογικού παραβόλου έφεσης, ανερχόμενου σε ποσοστό του αντικειμένου της διαφοράς, χωρίς παράλληλα να καθορίζεται στο νόμο σχετικό ανώτατο όριο για το ποσό του καταβλητέου παραβόλου).
Περαιτέρω, κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ εγγυάται το δικαίωμα καθενός να έχει πρόσβαση σε δικαστήριο, το οποίο μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το κράτος, πλην όμως οι θεσπιζόμενοι κάθε φορά περιορισμοί είναι συμβατοί με το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, αν επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και αν υπάρχει ένας λογικός βαθμός αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιούνται και του επιδιωκόμενου σκοπού. Μάλιστα, το ΕΔΔΑ τονίζει ότι οι περιορισμοί αυτοί θεωρούνται δυσανάλογοι, ιδίως όταν επιβάλλονται σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας (βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ Weissman κατά Ρουμανίας της 4.6.2006 (no. 63945/00).
Η επιβολή φορολογικού βάρους με τη μορφή του τέλους δικαστικού ενσήμου μόνο στις καταψηφιστικές αγωγές δεν συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος αυτού, καθώς συνηρτάτο με την εκτελεστότητα της απόφασης και όχι με την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, δεδομένου ότι το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη προστατευόταν επαρκώς με δυνατότητα άσκησης αναγνωριστικής αγωγής. Η διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί καταψηφιστικών αγωγών είναι το δίχως άλλο εκτελεστές, ενώ οι αποφάσεις επί των αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι εκτελεστές.
Στα πλαίσια αυτά, ο Άρειος Πάγος με την υπ αριθμ. 675/2010 απόφασή του, είχε κρίνει ότι η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου «λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής». Είναι προφανές ότι η νομική παραδοχή του Αρείου Πάγου περί της συνταγματικότητας του δικαστικού ενσήμου προϋπέθετε την απωλεσθείσα πλέον δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στα Δικαστήρια με αναγνωριστική αγωγή, η άσκηση της οποίας χωρίς υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προστατεύει ικανοποιητικά το συνταγματικό δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας.
Άλλωστε με την αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου νόμου για το επίμαχο άρθρο 70 του ν. 3994/2011 αναφέρεται ως σκοπός της νέας διάταξης η αύξηση των δημοσίων εσόδων, πρόβλεψη που αποτυπώνεται και στην σχετική Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους επί του σχεδίου νόμου. Πλην όμως, σύμφωνα και με τον έντονο νομικό προβληματισμό που διατύπωσε η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής με την έκθεσή της επί του συγκεκριμένου νομοσχεδίου και κατά την πάγια νομολογία του ΣτΕ, η επίκληση αμιγώς ταμειακών αναγκών του Δημοσίου χωρίς σύνδεση με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή για τη θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας (βλ. την υπ’ αρ. 3/2013 ΜονΠρωτΧαν και την υπ’ αρ. 322/2014 ΕιρΑθην με την εκεί αιτιολόγηση της εν λόγω θέσης).
Αντίστοιχη είναι και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κατά την οποία μόνο το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αφομοιωθεί συλλήβδην σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο θα δικαιολογούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την παραβίαση των δικαιωμάτων του πολίτη. Άλλωστε, η υποχρεωτική επιβολή δικαστικού ενσήμου σε όλες τις αγωγές που έχουν περιουσιακό αντικείμενο ή είναι χρηματικά αποτιμητές δεν συνδέεται με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς από τις ταμειακές ανάγκες του δημοσίου από την «κινητοποίηση ενός πολυδάπανου δημόσιου μηχανισμού», όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση.
Επίσης, με την επέκταση του δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές επιδιώκεται, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, «να αποτραπεί η συζήτηση προπετών και αβασίμων αγωγών». Ο πολίτης, για λόγους καθαρά εισπρακτικούς, στερείται του δικαιώματος να προσφύγει στη Δικαιοσύνη χωρίς να καταβάλει δικαστικό ένσημο για να εμποδίσει την παραγραφή του δικαιώματός του, να άρει υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της έκτασής του, να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση, όταν υπάρχει αμφιβολία για τη φερεγγυότητα του οφειλέτη και για τη δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης, χωρίς όλα αυτά να θεωρούνται προπετείς και αβάσιμες αγωγές.
Ειδικότερα, το μέτρο αυτό και κατ’ επέκταση ο με τον τρόπο αυτό περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη δεν κρίνεται αναγκαίος ούτε πρόσφορος για τον περιορισμό της προπετούς άσκησης αγωγών. Και τούτο διότι λαμβάνεται σε πρώιμο στάδιο, όταν δεν έχει μεσολαβήσει καμία δικαστική κρίση, με αποτέλεσμα το ίδιο (δυσβάσταχτο) εμπόδιο να τίθεται σε κάθε πολίτη για την άσκηση όχι μόνο των αβάσιμων αλλά και κάθε άλλης αγωγής. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει ένας λογικός βαθμός αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου (αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου) και του ως άνω επιδιωκόμενου σκοπού, ενόψει και του ότι ο με τον τρόπο αυτό περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη επιβάλλεται στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην κρίνεται ανεκτός, σύμφωνα και με την νομολογία του ΕΔΔΑ που προαναφέρθηκε. Έτσι, με το να τίθεται εμπόδιο στην άσκηση κάθε αγωγής επέρχεται ουσιαστικά κατάλυση του ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Εξάλλου, η αποτροπή άσκησης αβάσιμων αγωγών συνδέεται και με την οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, με αποτέλεσμα όσοι έχουν την σχετική δυνατότητα να μπορούν και μετά την αύξηση του δικαστικού ενσήμου να συνεχίσουν να ασκούν αβάσιμες αγωγές, σε αντίθεση με τους οικονομικά ασθενείς πολίτες, οι οποίοι πλέον στερούνται το δικαίωμά τους να ζητήσουν δικαστική προστασία για αξιώσεις που πράγματι έχουν. Όμως, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να απευθύνεται μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων, αλλά στο σύνολο των πολιτών ούτε μπορεί να απαιτηθεί από την Πολιτεία η οικονομική εξάντληση των πολιτών για να επιτύχουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
Επιπλέον, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι λαμβάνεται υπόψη το δικαστικό ένσημο στον υπολογισμό της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης, το γεγονός αυτό αφορά στο χρόνο μετά την παροχή δικαστικής προστασίας και δεν εξισορροπεί τα εμπόδια που τίθενται στον πολίτη κατά το χρόνο προσφυγής του στη Δικαιοσύνη. Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά και μόνο με βάση τις συνθήκες που διαμορφώνονται κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, δηλαδή κατά τον χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της αγωγής. Αν ο πολίτης αδυνατεί να καταβάλει το δικαστικό ένσημο δεν θα προσφύγει στη δικαιοσύνη, χωρίς το αποτέλεσμα αυτό να αποτρέπεται από την ενδεχόμενη μελλοντική είσπραξή του από τον εναγόμενο. Εξάλλου, η είσπραξη του τέλους αυτού από τον εναγόμενο προϋποθέτει δυνατότητα εκτέλεσης σε βάρος του τελευταίου, η οποία δεν είναι πάντοτε δεδομένη (βλ. την υπ’ αρ. 669/2013 ΜονΠρωτΑθ με την διάκριση).
Συνεπώς, η υποχρεωτική προσκομιδή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα τέτοιου ύψους, ως προϋπόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη, αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος (Ολ. ΣΤΕ 601/2012 ΝΟΒ 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008 Α Δημοσίευση Νόμος, Ολ. ΣΤΕ 647/2004 ΔΕΕ 2004.821, ΑΕΔ 33/1995 Δνη 1995.571, ΕΔΔΑ της 28-10-1998, Ait Mououb κατά Γαλλίας, της 15-2-2000 Garcia Manipardo κατά Ισπανίας, της 19-5-2001 Kreuz κατά Πολωνίας, Απόφαση ΕΔΔΑ της 24-5-2006 επί της υπόθεσης Λιακόπουλου κατά Ελλάδος στην προσφυγή υπ αριθμ. 20627/2004, σχόλιο Κ.Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε Δίκη 2002.686, Εφετείο Πειραιά 55/2009, Δίκη 2009.246 με σχόλιο Κ.Μπέη).
ΟΜΩΣ, έχει υποστηριχθεί και η αντίθετη άποψη με τις υπ’ αριθμ. 22937/2013 και 1427/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (του ιδίου Πρωτοδίκη), σύμφωνα με τις οποίες η ως άνω θέση είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι με τη θέση περί αντισυνταγματικότητας παροράται ότι η πλήρης παροχή έννομης προστασίας και πριν τις πρόσφατες τροποποιήσεις υπέκειτο σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, δεδομένου ότι τελικό στάδιο της δικαστικής προστασίας αποτελεί η αναγκαστική εκτέλεση και προκειμένου μια αναγνωριστική απόφαση να κατέληγε σε εκτελεστό τίτλο ήταν αναγκαία η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση αυτή (απόφαση), στάδιο κατά το οποίο ήταν απαραίτητη η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου. Ουσιαστικά, δηλαδή, με τις ανωτέρω πρόσφατες ρυθμίσεις μετατίθεται το στάδιο κατά το οποίο επιβάλλεται νομικά η καταβολή δικαστικού ενσήμου επί δικαστικής προστασίας που αφετηριάζεται με αναγνωριστικό αίτημα και αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία, από άποψη δικαστικού ενσήμου, η διαγνωστική δίκη, με την προβλεπόμενη από το άρθρο 21 § 1 του ν. 4055/2012 εξαίρεση σημαντικού αριθμού υποθέσεων για τις οποίες ενδέχεται να ανέκυπτε δυσχέρεια στην καταβολή του τέλους δικαστικού ενσήμου (για τις οποίες απαιτείται διατηρείται η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση αναγνωριστική απόφαση). Χρειάζεται να σημειωθεί ότι μια τέτοια οικονομική υποχρέωση δεν αποτελεί, ούτε άλλωστε ποτέ αποτελούσε, αναγκαίο όρο του πρώτου – πρώιμου σταδίου παροχής δικαστικής προστασίας, αυτού της προσωρινής, αφού δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για την έκδοση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του ν. 3226/2004 με τις οποίες γενικώς λαμβάνεται πρόνοια ώστε να παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, η οποία εμπεριέχει και την απαλλαγή από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 9 § 2 ν. 3226/2004). Ως εκ τούτου, οι νέες ρυθμίσεις ενταγμένες στο όλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν μπορούν να θεωρηθούν αντίθετες με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Όμως, ζήτημα αντισυνταγματικότητας γεννάται πλέον αν απαιτηθεί η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση αναγνωριστική απόφαση για την οποία έχει ήδη καταβληθεί τέλος δικαστικού ενσήμου. Σε μία τέτοια περίπτωση θα πρόκειται για διπλή καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί ουσιαστικά μίας και αυτής διαφοράς, κάτι που είναι αντίθετο με το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 § 1 και 20 του Συντάγματος, αφού όσοι πολίτες διώκουν την παροχή πλήρους δικαστικής προστασίας με πρώτο στάδιο την αναγνώριση της απαίτησής τους θα τίθενται σε αδικαιολόγητα δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους πολίτες που θα διώκουν απευθείας την καταψήφιση της αυτής έκτασης απαίτησής τους, συναξιολογώντας προς τούτο ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση προηγούμενη τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση είναι όλως διαδικαστικού χαρακτήρα. Όσο, λοιπόν, το ενδεχόμενο αυτό παραμένει χωρίς ειδική νομοθετική ρύθμιση, με την ανωτέρω ερμηνευτική θεώρηση περί αντισυνταγματικότητας αποτρέπεται μια τέτοια διπλή καταβολή δικαστικού ενσήμου επί ουσιαστικά μίας και αυτής διαφοράς, εξασφαλίζοντας έτσι τη θεμιτή ισότητα στην παρεχόμενη πλήρη δικαστική προστασία, αφού άλλως θα ήταν συνταγματικώς μη ανεκτό π.χ. ένας πολίτης που διώκει την καταβολή ποσού 30.000,00 να απαιτείται να καταβάλει μία φορά δικαστικό ένσημο και ένας άλλος πολίτης που θα ζητούσε σε πρώτη φάση να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αντιδίκου του σε καταβολή ποσού 30.000,00 ευρώ να κατέβαλε δύο φορές τέλος δικαστικού ενσήμου, μία φορά για την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης και μία φορά για την έκδοση σχετικής διαταγής πληρωμής.
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail:info@efotopoulou.gr