Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ηχητική και λεκτική ανομοιότητα σημάτων

Η ηχητική και λεκτική ομοιότητα μεταξύ των σημάτων είναι ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει αρκετά την νομολογία.

Κάτωθι παρατίθενται αποφάσεις όπου έχει διαπιστωθεί ανομοιότητα μεταξύ συγκρινόμενων σημάτων.

Στην ΣτΕ 393/2003 Τμήμα Β’ (Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε ότι «δεν υφίσταται μεταξύ των σημάτων COSUMIX και COFAMIX σημαντική οπτική και ηχητική ομοιότητα, λόγω της ουσιώδους διαφοράς μεταξύ των δύο σημάτων, ως προς την ενδιάμεση συλλαβή, η οποία τα διαφοροποιεί επαρκώς. […] Μεταξύ των δύο σημάτων δεν υπάρχει έντονη οπτική ή ηχητική ομοιότητα, γιατί το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα στα δύο προς σύγκριση σήματα δεν είναι το κοινό πρόθεμα CO και η κοινή κατάληξη MIX, αλλά το συνδετικό στοιχείο μεταξύ τού προθέματος και της κατάληξης, ήτοι η ενδιάμεση συλλαβή, που αποτελείται από διαφορετικά γράμματα και φθόγγους. Η ενδιάμεση συλλαβή κατέχει δεσπόζουσα θέση στα σήματα που συγκρίνονται, και τα διαφοροποιεί επαρκώς στην συνείδηση του μέσου καταναλωτή, κατά την πρώτη οπτική και ακουστική εντύπωση, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ αυτών, ενώ, άλλως τε, τα επίμαχα σήματα διαφέρουν οπτικά και σε σχέση με τη διάταξη των γραμμάτων, των λέξεων που τα απαρτίζουν, καθ’ όσον η διάταξη αυτή είναι πυκνότερη στο ημεδαπό σήμα από ότι στο αλλοδαπό».

Στην ΣτΕ 877/2005 Τμήμα Β’ (Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε ότι «ανάμεσα στο προδηλωθέν σήμα «must de Cartier» και στο δηλωθέν σήμα «must FASHION», όπως αυτά περιγράφονται στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν υπάρχει ηχητική ή οπτική ομοιότητα τέτοια που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στον κοινό καταναλωτή ως προς την προέλευση των διακρινομένων αυτά προϊόντων από ορισμένη επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του ν. 2239/1994, αφού μεταξύ των δύο αυτών σημάτων, όπως αυτά περιγράφονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, διαπιστώνονται οι εξής διαφορές : 1) το ένδικο σήμα αποτελείται από δύο λέξεις, ενώ το προκατατεθέν από τρείς, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ομοιότητα ως προς το δεύτερο λεκτικό τμήμα των δύο σημάτων, 2) η κοινή λέξη «must» στο ένδικο σήμα είναι γραμμένη πάνω σε σκιαγραφημένη απεικόνιση και σε διαφορετικό επίπεδο από την δεύτερη λέξη FASHION, η οποία αναγράφεται με κεφαλαίους, λευκού χρώματος, χαρακτήρες, ενώ στο προκατατεθέν αλλοδαπό σήμα “must de Cartier», οι λέξεις είναι γραμμένες με ισομεγέθεις, μαύρου χρώματος, χαρακτήρες. Περαιτέρω, κατά το παραστατικό μέρος υπάρχει επίσης διαφορά μεταξύ των δύο σημάτων, διότι το σήμα «must FASHION» είναι γραμμένο πάνω σε σκιαγραφημένη απεικόνιση, ενώ το σήμα «must de CARTIER» στερείται απεικόνισης».

Στην απόφαση 4258/1995 το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι «από την αντιπαράθεση των σημάτων φαίνεται καθαρά ότι αυτά κατά το λεκτικό τους μέρος είναι ανόμοια, αφού οι λέξεις ΒΑLL και ΒΑLLΥ δεν έχουν ηχητική ή οπτική ομοιότητα, αλλ’ αντίθετα παρουσιάζουν τις ακόλουθες διαφορές: 1) Η λέξη ΒΑLL είναι μονοσύλλαβη και αποτελείται από τέσσερα (4) ισομεγέθη και κεφαλαία γράμματα, απλής γραφής, της λατινικής αλφαβήτου, ενώ η λέξη ΒΑLLΥ είναι δισύλλαβη και αποτελείται από πέντε (5) γράμματα, δηλαδή ένα (1) επιπλέον, τα οποία είναι γραμμένα καλλιτεχνικά με μικρά λατινικά στοιχεία και 2) οι λέξεις “ΒΑLL” και “ΒΑLLΥ” προφέρονται στην λατινική γλώσσα “μπαλ” και “μπαλλύ”, αντίστοιχα. Στο μοναδικό σημείο που μοιάζουν κάπως, είναι το αρχικό κεφαλαίο γράμμα τους “Β”, η ελάχιστη, όμως αυτή ομοιότητα δεν είναι αρκετή, αυτή και μόνο για να προσδώσει συνολικά ηχητική και οπτική ομοιότητα στις δύο (2) λέξεις».

Στην απόφαση Τ-80/08 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συγκρίνοντας τα σήματα  RNActive και RNAiFect προχώρησε στις κάτωθι επισημάνσεις, οι οποίες δίνουν μια γραμμή για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί η παρούσα υπόθεση.  Στην σκέψη 39 σημειώνεται ότι «το Πρωτοδικείο εξέτασε τη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα επίμαχα σημεία όσον αφορά την τυχόν εννοιολογική, οπτική ή φωνητική ομοιότητά τους, στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως. Στο πλαίσιο αυτό διαπίστωσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι, ελλείψει εννοιολογικής και οπτικής ομοιότητας, δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Πάντως, οι ομοιότητες λόγω της ταυτίσεως των τριών πρώτων γραμμάτων μετριάζονται πολύ λόγω των πέντε τελευταίων γραμμάτων των επίμαχων σημείων, τα οποία, μολονότι τέσσερα εξ αυτών είναι κοινά στα δύο σημεία, δεν εμφανίζονται με την ίδια σειρά, γεγονός το οποίο επιτρέπει να δημιουργηθεί εντελώς διαφορετική οπτική αντίληψη μεταξύ των επίμαχων δύο σημείων. Επομένως, η συνολική εντύπωση που προκαλούν τα επίμαχα σημεία αποκαλύπτει οπτικές διαφορές. Δεύτερον, όσον αφορά τη φωνητική σύγκριση, πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι και τα δύο σημεία αρχίζουν από τα τρία γράμματα «r», «n» και «a», η κατάληξή τους επιτρέπει τη σαφή διάκριση αυτών. Τα δύο σημεία προφέρονται επομένως με διαφορετικό τρόπο, ώστε, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπάρχει ομοιότητα, αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί εξαιρετικά μικρή. Εξάλλου, στην περίπτωση που το ενδιαφερόμενο κοινό θα συνέδεε τα φωνήεντα «a» και «i» του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, η φωνητική διαφορά θα ήταν περισσότερο αντιληπτή. Αντίθετα, υπό κανονικές συνθήκες, είναι μάλλον απίθανο, αφενός, ο καταναλωτής να διπλασιάσει το φωνήεν «a» του προγενέστερου σήματος για να προφέρει το σημείο «r-n-a-active», ενώ το ίδιο σημείο περιλαμβάνει μόνον ένα «a» και, αφετέρου, ο ίδιος αυτός καταναλωτής να παραλείψει την προφορά του «i» του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση για να το προφέρει «r-n-a-fect». Πάντως, ακόμη και σε μια τέτοια περίπτωση, το γεγονός αυτό δεν θα καθιστούσε, εν πάση περιπτώσει, τα εν λόγω σήματα όμοια από φωνητικής απόψεως. […] Επίσης οι αντίστοιχες καταλήξεις των σημείων («ctive» για το ένα και «ifect» για το άλλο), οι οποίες έχουν διαφορετική έννοια, αντισταθμίζουν την ομοιότητα που απορρέει από το κοινό στοιχείο «rna».

Στην απόφαση Τ-211/03 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συγκρίνοντας τα σήματα naber και faber έκρινε ότι «ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το φαινόμενο τονισμού που επικαλείται το Γραφείο, η ομοιότητα αυτή δεν αρκεί για να εξουδετερωθεί η ηχητική διαφοροποίηση την οποία προκαλεί η παρουσία του αρχικού γράμματος, καθόσον, όπως επισήμανε το τμήμα ανακοπών, οι ήχοι που παράγουν τα σύμφωνα «F» και «N» διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, αφενός, το σύμφωνο «F» είναι άηχο, ήτοι οι φωνητικές χορδές δεν πάλλονται κατά την παραγωγή του ήχου, αντιθέτως προς το σύμφωνο «N», το οποίο είναι ηχηρό. Αφετέρου, το σύμφωνο «F» είναι χειλικό, ήτοι η άρθρωσή του δημιουργεί εντύπωση τριβής, ενώ το σύμφωνο «N» είναι ένρινο, δηλαδή η άρθρωσή του δημιουργεί εντύπωση αντηχήσεως».

Ελένη Κλουκινιώτη

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί