Μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποιά κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. (Ολ.ΑΠ 30/2007, 1855/2013 ΑΠ). Η μετατροπή του αιτήματος της αγωγής εν όλω ή εν μέρει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό αποτελεί περιορισμό του αιτήματος και ως εκ τούτου μπορεί να γίνει νομίμως, όχι μόνο με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και με δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Στασιάζεται η νομολογία ως προς το ανωτέρω ζήτημα δεδομένου ότι τόσο κατά τη μειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου στην υπ’ αριθ. 1855/2013 όσο και στο σκεπτικό της απόφασης του ΑΠ με αριθμό 1893/2013, διατυπώνεται η άποψη ότι η αγωγή παραμένει ορισμένη και τα κονδύλια περιορίζονται συμμέτρως αναλογικά.
Ειδικότερα ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος Αθανάσιος Κουτρομάνος, Κάθε καταψηφιστική αγωγή περιέχει (έστω και σιωπηρώς) δύο αιτήματα: ένα αναγνωριστικό (αναγνώριση του δικαιώματος) και ένα καταψηφιστικό (καταψήφιση τα εναγομένου στην απόδοση του αντικειμένου της υποχρεώσεως που τον βαρύνει), το δε δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει, και τα δύο αυτά αιτήματα. Ενόψει τούτου είναι επιτρεπτή, ως μη προσκρούουσα στο άρθρο 223 του ΚΠολΔ, μερική παραίτηση του ενάγοντος μέχρι την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, από το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα, που έχει ως συνέπεια τη διάσπασή του σε δύο αιτήματα, ήτοι σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 216 και 295 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής κατά το μέρος που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Η παραίτηση αυτή σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής περιλαμβάνει περισσότερα κεφάλαια ή κονδύλια και δεν καθορίζεται σε ποιο από αυτά αναφέρεται ο περιορισμός, δεν επιφέρει αοριστία της αγωγής, γιατί θεωρείται ότι όλα τα κονδύλια περιορίζονται αναλογικά. Με βάση τα άνω εκτιθέμενα και σε περίπτωση μερικής παραίτησης του ενάγοντος από το αρχικό (ολικό) καταψηφιστικό αίτημα και της μετατροπής του σε εν μέρει αναγνωριστικό προκειμένου περί αγωγής που περιλαμβάνει περισσότερα κονδύλια, χωρίς να καθορίζεται σε ποιο από αυτά αναφέρεται ο περιορισμός, αυτή (μερική παραίτηση), αν από τη διατύπωσή της δεν προκύπτει ότι ο περιορισμός είναι γενικός και όχι αναλογικός, δεν επιφέρει αοριστία της αγωγής, γιατί θεωρείται ότι τα κονδύλια περιορίζονται κατά το καταψηφιστικό τους μέρος κατά σύμμετρη ποσοστιαία αναλογία. Σε κάθε περίπτωση, κι αν δηλαδή ήθελε θεωρηθεί ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος σε εν μέρει καταψηφιστικό δεν εχώρησε εγκύρως, αυτός (περιορισμός) δεν επιφέρει αοριστία ολόκληρης της αγωγής, αλλά μόνο του μέρους αυτού. Έτσι, κατά τη γνώμη αυτή, ο πιο πάνω περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, έτσι όπως διατυπώνεται, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι γίνεται κατά τον αυτό λόγο, δηλαδή κατά σύμμετρη ποσοστιαία αναλογία για κάθε ένα κονδύλιο. Γι’ αυτό και με τον καθορισμό αυτό δεν καθίσταται αόριστη η αγωγή, άλλως και σε κάθε περίπτωση έπρεπε να εξετασθεί κατά το αναγνωριστικό της αίτημα.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr