Μεταδημότευση: απόδειξη της διετούς μόνιμης κατοικίας στο δήμο στον οποίο επιθυμεί ο πολίτης να μεταδημοτεύσει
Σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3463/2006 «Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων», «Κάθε έλληνας πολίτης είναι δημότης ενός μόνο Δήμου ή μιας μόνο Κοινότητας. Δημότες ενός Δήμου ή Κοινότητας είναι όσοι είναι εγγεγραμμένοι στο δημοτολόγιο».
Στο άρθρο 15§7 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι «Ο ενήλικος ή ο έγγαμος μπορεί με αίτησή του μετά από μία διετία να γίνει δημότης σε κάποιο Δήμο ή Κοινότητα, όταν αποκτά εκεί μόνιμη κατοικία. (…)». Επίσης στο ίδιο άρθρο ορίζεται ότι «Η διετία της μόνιμης κατοικίας που απαιτείται για τη μεταδημότευση, αποδεικνύεται με βεβαίωση του δημάρχου που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 279».
Στο άρθρο 279 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων καθορίζεται η υποχρέωση του Δημάρχου ή Προέδρου Κοινότητας να χορηγεί τη βεβαίωση μόνιμης κατοικίας, καθώς και οι προϋποθέσεις και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση της εν λόγω βεβαίωσης. Συγκεκριμένα: «Η ιδιότητα μόνιμου κατοίκου, όπου αυτή απαιτείται, βεβαιώνεται από τον Δήμαρχο ή τον Πρόεδρο της Κοινότητας. Η οικεία βεβαίωση χορηγείται εφόσον προκύπτει πραγματική εγκατάσταση στο Δήμο ή την Κοινότητα, που αποδεικνύεται με την υποβολή από τον ενδιαφερόμενο απόδειξης λογαριασμού Δ.Ε.Κ.Ο. ή αντιγράφου εκκαθαριστικού της οικείας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.). Εάν, αιτιολογημένως, η ιδιότητα του μόνιμου κατοίκου δεν μπορεί να αποδειχθεί από τα ανωτέρω δικαιολογητικά, αποδεικνύεται από τον ενδιαφερόμενο με κάθε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο. Η υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Σε κάθε περίπτωση, ο Δήμαρχος δύναται να αρνηθεί τη χορήγηση της βεβαίωσης με παράθεση ειδικής αιτιολογίας».
Η προϋπόθεση που τίθεται λοιπόν από το νόμο για την αλλαγή/μεταβολή του Δήμου ή της Κοινότητας που είναι εγγεγραμμένος ένας πολίτης είναι η διετής μόνιμη κατοικία σε έτερο Δήμο ή Κοινότητα. Και οι δύο αυτοί όροι, δηλαδή τόσο η μόνιμη κατοικία όσο και η διετής τουλάχιστον διάρκειά της ήδη βεβαιώνονται από την ίδια την δημοτική και κοινοτική αρχή προς την οποία πρόκειται να τελεστεί η μεταδημότευση. Χαρακτηριστική είναι η παρατήρηση της Ανεξάρτητης Αρχής του Συνηγόρου του Πολίτη στην Ειδική Έκθεση που συνέταξε τον Ιανουάριο του 2007 με τίτλο «Μεταδημοτεύσεις και βεβαίωση μόνιμης κατοικίας – Κατευθύνσεις εφαρμογής», σχετικά με την έκδοση της βεβαίωσης της μόνιμης κατοικίας από τον ίδιο το Δήμο (ή την Κοινότητα) υποδοχής στον οποίο επιχειρείται η μεταδημότευση. «Η συρροή όλων των αρμοδιοτήτων στην ίδια αρχή δημιουργεί μεν ευκαιρίες για αυθαίρετη κρίση, από την άλλη όμως επιτρέπει την σύμπτυξη διοικητικών διαδικασιών προς όφελος του αιτούντος, λ.χ. με την απαλλαγή αυτού από την υποχρέωση να επιδιώξει πρώτα βεβαιώσεις της μονίμου κατοικίας και της διετίας και μόνο στη συνέχεια να επιδιώξει τη διενέργεια της μεταδημότευσής του. Συνιστάται έτσι ενθέρμως χάριν επίσπευσης των διαδικασιών, να μεριμνούν οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές ώστε η βεβαίωση της διετούς μονίμου κατοικίας να διενεργείται, εφ’ όσον το ζητεί ο ενδιαφερόμενος και προσκομίζονται τα κατάλληλα στοιχεία, ταυτόχρονα με την ίδια τη μεταδημότευση».
Το βάρος της απόδειξης της μόνιμης κατοικίας στο Δήμο υποδοχής το φέρει ο ενδιαφερόμενος που επιθυμεί να επιτύχει τη μεταδημότευσή του. Για την απόδειξη αυτή ρητώς ορίζονται στο νόμο ως τεκμήρια μόνιμης κατοικίας οι λογαριασμοί Δ.Ε.Κ.Ο. ή εκκαθαριστικό σημείωμα εφορίας, από το οποίο να προκύπτει η πραγματική εγκατάσταση. Τα ρητώς μνημονευόμενα από τον νόμο δικαιολογητικά αυτά πιστοποιούν στοιχεία (την πραγματική εγκατάσταση βιοτικών δραστηριοτήτων, λ.χ. έδρα επιχείρησης, ανάληψη παγίων εξόδου ακινήτου κ.ο.κ.) που επέχουν θέση νομίμου τεκμηρίου μόνιμης κατοικίας. Τα τεκμήρια αυτά, ωστόσο, όπως σαφώς απορρέει από τη ρύθμιση, δεν είναι αμάχητα, ούτε αποκλειστικά, όπως παρατηρεί ο Συνήγορος του Πολίτη στην προαναφερόμενη έκθεσή του. Αφενός η απόδειξη μπορεί να γίνει και με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο διασταύρωσης των στοιχείων που υποβάλλει ο αιτών τη βεβαίωση μονίμου κατοικίας, όπως λ.χ. ακόμη και αυτοψία του βεβαιούντος. Η απλή υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου όμως ρητώς αποκλείεται. Η χρήση, πάντως, άλλου μέσου από τα νόμιμα τεκμήρια θα πρέπει να δικαιολογείται όχι μόνον από τον αιτούντα αλλά και από αυτόν που βεβαιώνει, προκειμένου να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της βεβαίωσης που θα εκδοθεί. Αφετέρου, ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της κοινότητας, εφόσον διαθέτει ειδικούς λόγους να πιστεύει ότι ο αιτών δεν κατοικεί πραγματικά και τους αναφέρει εγγράφως μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση της βεβαίωσης, παραθέτοντας τους ειδικούς αυτούς λόγους.
Επίσης, στην ίδια ως άνω έκθεση σημειώνεται ότι «εφόσον για τη μεταδημότευση απαιτείται, τουλάχιστον, διετία, ο πολίτης υποχρεούται να αποδείξει ότι έχει πραγματική κατοικία στην περιοχή τα δύο τελευταία έτη και συνεπώς τα δικαιολογητικά Δ.Ε.Κ.Ο. ή το εκκαθαριστικό της εφορίας πρέπει να αφορούν στο χρονικό αυτό διάστημα. Οι δημοτικές ή κοινοτικές αρχές δεν μπορούν να απαιτήσουν αντίστοιχα δικαιολογητικά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή δικαιολογητικά διαφορετικά από αυτά που ορίζει ο νόμος. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η διετία απαιτείται μόνον για την περίπτωση της μεταδημότευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, που πολίτης αιτείται τη χορήγηση βεβαίωσης μονίμου κατοίκου, ακολουθείται μεν η διαδικασία έρευνας για τη μόνιμη κατοικία του ενδιαφερόμενου που καθορίζεται στο άρθρο 279 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, αλλά η διετία δεν εξετάζεται. Μπορεί να χορηγηθεί η βεβαίωση, εφόσον αποδεικνύεται η μόνιμη κατοικία του αιτούντα, και για χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο ετών. Πιθανή εξαίρεση στον κανόνα, αποτελούν οι προκηρύξεις για προσλήψεις προσωπικού με κριτήρια εντοπιότητας, εφόσον νομίμως ορίζεται συγκεκριμένα ελάχιστη χρονική διάρκεια διαβίωσης σε ορισμένη περιοχή της Χώρας».
Ορίζοντας τα συγκεκριμένα αυτά τεκμήρια στο άρθρο 279 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ο νόμος έθεσε ειδικό ορισμό κατοικίας προκειμένου περί μεταδημότευσης, εμφανώς στενότερο από τον γενικό ορισμό των άρθρων 51-56 Αστικού Κώδικα βάσει του οποίου απαιτείται σωρευτική απόδειξη του πραγματικού και του βουλητικού στοιχείου (corpus και animus). Άλλωστε, η ρύθμιση των άρθρων 51-56 ΑΚ έχει ως κύριο σκοπό της την ασφάλεια των συναλλαγών (τόπος εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων, δωσιδικία κ.ο.κ.) και ως αντίστοιχο πεδίο τον χώρο εφαρμογής ιδιωτικού δικαίου, εξ ου και διέπεται από την αρχή της αποκλειστικότητας, σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο δεν μπορεί να έχει ταυτοχρόνως περισσότερες από μία κατοικίες. Επιλέγοντας, αντίθετα, εν προκειμένω το τεκμήριο του λογαριασμού Δ.Ε.Κ.Ο. (ή του αντιγράφου εκκαθαριστικού της οικείας Δ.Ο.Υ.) προκειμένου για τη μεταδημότευση, ο νομοθέτης προφανώς θέλησε να διαφοροποιηθεί από την αρχή της αποκλειστικότητας για την περίπτωση αυτή. Έτσι, τα ανωτέρω ειδικά τεκμήρια κατοικίας είναι μεν μαχητά, πλην όμως η ανατροπή τους είναι δυνατή υπό το πρίσμα του ειδικού ορισμού της κατοικίας και όχι του γενικού. Δεν είναι εφικτή, λόγου χάριν, η αμφισβήτηση των νομίμων τεκμηρίων του άρθρου 279 με επίκληση της έλλειψης στοιχείων που αποδεικνύουν πλήρως «βουλητικό στοιχείο» με την έννοια του Αστικού Κώδικα, ούτε φυσικά με επίκληση της ύπαρξης άλλων, ισχυρότερων στοιχείων που τυχόν αποδεικνύουν κατοικία σε άλλο τόπο με την έννοια του Αστικού Κώδικα.
Εφόσον, οι δημοτικές ή οι κοινοτικές αρχές δεν έχουν πεισθεί από τα προσκομισθέντα δικαιολογητικά ότι ο αιτούμενος τη μεταδημότευση πολίτης δεν είναι πραγματικά μόνιμος κάτοικος της περιοχής τους οφείλουν να απορρίψουν το αίτημά του. Σε τέτοια περίπτωση όμως, επειδή ακριβώς η απόρριψη αυτή είναι μια επαχθής για τον αιτούντα πολίτη διοικητική πράξη, θα πρέπει αυτή οπωσδήποτε να συνοδεύεται από έγγραφη αιτιολογία και μάλιστα ειδική, όπως ρητά απαιτεί ο νόμος. Η διατύπωση δε του νόμου («δύναται να αρνηθεί») δεν θα πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της κοινότητας διαθέτει διακριτική ευχέρεια να χορηγήσει ή μη τη βεβαίωση μονίμου κατοίκου, αρκεί να παραθέσει κάποια αιτιολογία.
Η αιτιολογία θα πρέπει να αναφέρεται ειδικά στους λόγους εκείνους που δημιουργούν βάσιμες αμφιβολίες για την αξιοπιστία των προσκομιζομένων δικαιολογητικών-τεκμηρίων ή την προσφορότητα των άλλων μέσων απόδειξης, που επικαλείται ενδεχομένως ο αιτών. Αν τέτοιοι ειδικοί λόγοι αμφιβολίας δεν υφίστανται, τότε ο δήμαρχος ή πρόεδρος της κοινότητας υποχρεούται να εκδώσει τη βεβαίωση. Αν όμως τέτοιοι ειδικοί και κοινώς αποδείξιμοι λόγοι αμφιβολίας συντρέχουν κατά την κρίση του, τότε οφείλει να τους παραθέσει στην αιτιολογημένη έγγραφη απόρριψη του αιτήματος. Η απλή επίκληση της αόριστης «ίδιας γνώμης του δημάρχου» δεν επαρκεί. Πρέπει αντίθετα να παρατεθούν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που υποχρεώνουν σε απόρριψη του αιτήματος. Ακόμη πιο προκλητική δε από τη σκοπιά της νομιμότητας αλλά και της χρηστής διοίκησης είναι η ταυτολογική αιτιολογία «επειδή δεν είναι μόνιμος κάτοικος» ή «επειδή δεν διαθέτει πραγματική εγκατάσταση», και φυσικά η ευθεία παράλειψη κάθε αιτιολογίας με την απλή γνωστοποίηση στον αιτούντα ότι «το αίτημα απορρίπτεται». Η παράθεση ειδικής αιτιολογίας εξασφαλίζει ότι πράγματι η κρίση του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας, οσοδήποτε και αν αποτελεί άσκηση διακριτικής ευχέρειας, δεν είναι αυθαίρετη ή μεροληπτική ούτε στηρίζεται σε σκοπιμότητες (πολιτικές ή άλλες), αλλά αντίθετα προσφέρεται άφοβα στον οποιονδήποτε έλεγχο νομιμότητας, ιδίως δε αυτόν που θα κινητοποιήσει με κάποιο ένδικο ή διοικητικό βοήθημα ο αιτών.
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail:info@efotopoulou.gr