Μετατροπή ατομικής επιχείρησης σε Α.Ε και η ειδική διαδοχή στις εργασιακές συμβάσεις λόγω μεταβολής του προσώπου του εργοδότη
Σύμφωνα με τις διατάξεις του εμπορικού δικαίου, «μετατροπή» υπάρχει όταν μια εταιρεία με νομική προσωπικότητα μεταβάλλει τη μορφή, τον εταιρικό τύπο, υπό τον οποίο υφίστατο μέχρι το χρονικό σημείο της μεταβολής, χωρίς να επέρχεται καμιά μεταβολή στη νομική της προσωπικότητα
(βλ. Λ. Γεωργακόπουλος, Εγχειρίδιο εμπορικού δικαίου 12, έκδοση 1985, σελ. 122, Ν. Ρόκας, Εμπορικές Εταιρείες, Γ’ έκδοση, σελ. 225, Εφ. Αθηνών 2268/2005, Δελτίο Συνδέσμου Α.Ε. και ΕΠΕ 2006 σελ. 350). Με την έννοια αυτή της «μετατροπής», η μεταβολή εταιρικού τύπου με μετατροπή αναγνωρίζεται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, οι οποίες είτε ορίζονται ρητά στο νόμο είτε γίνονται γενικά αποδεκτές στη θεωρία και νομολογία (άρθρα 51 και 53 του Ν. 3190/1955, 66 και 67 κωδ. Ν. 2190/1920 και 16 Ν. 1667/1986 Μετατροπή εταιρειών σε αστικούς συνεταιρισμούς).
Απαραίτητο εννοιολογικό στοιχείο της γνήσιας μετατροπής είναι η νομική προσωπικότητα της μετατρεπόμενης εταιρείας. Έτσι, δεν είναι νοητή η μετατροπή εταιρείας χωρίς νομική προσωπικότητα, όπως είναι κατά κανόνα η αστική εταιρεία των άρθρων 741 επ. του Αστικού Κώδικα ή η αφανής εταιρεία, σε (άλλη) εταιρεία με νομική προσωπικότητα. Κατά μείζονα λόγο δεν νοείται μετατροπή ατομικής επιχείρησης σε ανώνυμη εταιρεία, αλλά πρόκειται στην περίπτωση αυτή για ίδρυση νέας εταιρείας (βλ. ΕφΑθηνών 2268/2005, Δελτίο Συνδέσμου Α.Ε. και ΕΠΕ 2006 σελ. 350, ΠΠρΘεσσαλ 24/2007, ΕφΘεσσαλ 1953/2008 και σε Περράκης Ε., Το δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρείας, 66-67, αρ. 3).
Στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται για γνήσια μετατροπή, αφού δε μπορεί να γίνει λόγος για συνέχιση της ίδιας νομικής προσωπικότητας, αλλά για «καταχρηστική μετατροπή», αφού στην ουσία πρόκειται για ίδρυση νέας εταιρείας στην οποία εισφέρεται η περιουσία της μετατρεπόμενης επιχείρησης.
Η ανώνυμη εταιρεία που προέρχεται από μετατροπή ατομικής επιχείρησης δεν καθίσταται μεν (οιονεί) καθολικός διάδοχος του φορέα της ατομικής επιχείρησης φυσικού προσώπου (βλ. Σ.τ.Ε. 2958/2000, Εφ. Αθηνών 2268/2005, ΕφΘεσσαλ 1953/2008), αλλά η νέα (ανώνυμη) εταιρεία υπεισέρχεται ως ειδικός διάδοχος στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες συμβάσεις εργασίας της μετατραπείσας επιχείρησης έναντι των μισθωτών εργαζομένων (βλ. ΕφΑθ 4626/2008), βάσει της διατάξεως του άρθρου 479 ΑΚ κατά την οποία ως “μεταβίβαση ομάδας περιουσίας” νοείται το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών και πραγματικών καταστάσεων ή σχέσεων (κινητά, ακίνητα, απαιτήσεις, πελατεία, εμπορική πίστη, καλή φήμη, δίκτυο λειτουργίας, τεχνογνωσία κλπ) που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα από το φορέα τους (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που ονομάζεται επιχειρηματίας, για την ανάπτυξη δραστηριότητας προς επίτευξη οικονομικών (κατά κανόνα κερδοσκοπικών) σκοπών (βλ. ΑΠ 736/2002 ΕλλΔνη 43/1663, ΑΠ 1154/1998 ΕλλΔνη 39/1572, ΕΑ 3916/2003 ΕλλΔνη 45/567, ΕΑ 2545/2003 ΕλλΔνη 45/590).
Κυρίως, όμως, όπως θα αναλυθεί αμέσως κατωτέρω, υπάρχει διαδοχή της μετατρεπόμενης επιχείρησης από την ανώνυμη εταιρεία στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις της πρώτης με τους εργαζομένους της, εφόσον βεβαίως η νέα εταιρεία απέκτησε τις δραστηριότητες στις οποίες εντάσσονται οι εργαζόμενοι αυτοί (βλ. ΕφΘεσ 1006/2003, Αρμ 2003, 673). Άλλωστε, ειδικά στο πεδίο του εργατικού δικαίου, σύμφωνα με ρητές νομοθετικές επιταγές, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη με οποιοδήποτε τρόπο και αν επέρχεται, δεν επηρεάζει την εφαρμογή υπέρ των μισθωτών γενικά των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και του Β.Δ. 16/18-07-1920 (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-07-1920).
Επίσης, το άρθρο 4 του Π.Δ. 178/2002 «Προστασία εργαζομένων σε μεταβιβαζόμενες επιχειρήσεις (98/50/ΕΚ)» ορίζει ότι «1. Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. 2. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας».
Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφ’ όσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται ανεξαρτήτως της νομικής αιτίας και της μορφής της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις (βλ. ΑΠ 1719/2010, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006 σε Βλαστό Σ., Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 132). Αυτό συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αλλάζει το πρόσωπο του εργοδότη, με οποιοδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε νομική μορφή και αν επέρχεται η μεταβολή (νόμιμη ή συμβατική μεταβίβαση της επιχείρησης). Κρίσιμο δηλαδή για να υπάρξει η διαδοχή είναι μόνο το πραγματικό γεγονός της συνέχισης της αυτής επιχείρησης σαν οικονομικής μονάδας από το νέο εργοδότη (βλ. ΑΠ 647/2003). Δηλαδή αρκεί να υπάρχει ταυτότητα της συνεχιζόμενης επιχείρησης με την οποία συνδέεται ο μισθωτός, έστω και με διαφορετικό τίτλο ή μορφή, χωρίς να είναι αναγκαία και η ύπαρξη νομικής διαδοχής μεταξύ του παλαιού και του νέου εργοδότη (βλ. Λαναράς Κ., Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, 2014, σελ 113).
Επίσης, άμεση συνέπεια της διαδοχής αυτής είναι ότι στην περίπτωση που ο νέος εργοδότης καταγγείλει την προϋφιστάμενη σύμβαση εργασίας συνυπολογίζεται για τα χρόνια προϋπηρεσίας του για τον υπολογισμό της αποζημίωσής του ολόκληρος ο χρόνος εργασίας του μισθωτού, δηλαδή συμπεριλαμβάνεται και αυτός που έχει διανυθεί στον προηγούμενο εργοδότη (βλ. ΑΠ 200/2009, ΔΕΝ 2009, σ. 1291 και σε Λαναρά Κ., Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, 2014, σελ. 164).
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr