Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για το χρόνο μετά τη συζήτηση της αγωγής

Ένα από τα ενδιαφέροντα ζητήματα που ανακύπτει στις εργατικές διαφορές είναι εκείνο της προληπτικής δικαστικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 69 ΚΠολΔ, το οποίο καταλαμβάνει τόσο τις καταψηφιστικές όσο και τις αναγνωριστικές αγωγές.

Έχει κριθεί και από τη θεωρία και από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 294/2001, ΕφΑθ 431/2001) ότι είναι απαράδεκτη η αγωγή με αίτημα την αναγνώριση της υποχρέωσης του εργοδότη να καταβάλει στον ενάγοντα εργαζόμενο αποδοχές που δεν είναι απαιτητές κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, διότι όταν η παροχή εξαρτάται από αντιπαροχή, όπως συμβαίνει με τον μισθό που καταβάλλεται μετά την παροχή ή την προσήκουσα προσφορά εργασίας, δεν χωρεί πρόωρη άσκηση του δικαιώματος επί των μισθών αυτών.

Αντιθέτως, όμως, στην περίπτωση των μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ, λόγω άκυρης ή ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας το πρόωρο αυτό αίτημα νομίμως προβάλλεται. Το ζήτημα που ανακύπτει εν προκειμένω έγκειται στο αν είναι παραδεκτό το αίτημα του ενάγοντος εργαζομένου για καταβολή ή αναγνώριση της υποχρέωσης του εργοδότη να καταβάλει μισθούς υπερημερίας για τον χρόνο ακόμη και μετά τη συζήτηση της αγωγής. Το αίτημα για καταβολή μισθών υπερημερίας μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής είναι παραδεκτό και νόμιμο, αφού αφορά δικαίωμα απαιτητό ήδη κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης στο ακροατήριο (βλ. ΕφΠειρ 437/1996, ΜονΠρΠατρ 1139/1999 και Μακρίδου Καλλιόπη, Δικονομία Εργατικών Διαφορών, 2009, §3 αρ. 17 υποσ. 67).

Το άρθρο 69 §1 περ. α΄ ΚΠολΔ, που επιτρέπει την προληπτική δικαστική προστασία του ενάγοντος όταν η παροχή εξαρτάται από προθεσμία ή αίρεση. είναι εφαρμοστέο στην περίπτωση των μισθών υπερημερίας, καθότι η επίδικη αξίωση των μισθών αυτών δεν εξαρτάται από την αντιπαροχή της εργασίας του ενάγοντος εργαζομένου, η οποία έχει ήδη αποκρουσθεί με την καταγγελία του εργοδότη, ο οποίος προκαταβολικώς δήλωσε ότι δεν την αποδέχεται και η σύμβαση εργασίας συνεχίζει να είναι υφιστάμενη και σε εξέλιξη (ΑΠ1355/1979, ΑΠ 813/1977, ΑΠ 711/1980, ΑΠ 249/2001, ΑΠ 1098/2003, ΑΠ 597/2006, ΑΠ 752/2007). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση εφαρμοστέα είναι η περίπτωση του άρθρου 69 §1 περ. στ΄ ΚΠολΔ αφού υπάρχει βάσιμος φόβος ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της οφειλής του. Μάλιστα έχει κριθεί ότι είναι παραδεκτό το αίτημα του ενάγοντος εργαζομένου για καταβολή των μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης ή ανυπόστατης καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως για όλο το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη μέχρις άρσεως αυτής, ακόμη και για τον χρόνο μετά τη συζήτηση της αγωγής.

Ειδικότερα, επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, ο ενάγων παραδεκτά ζητά την καταβολή (ή αναγνώριση καταβολής) μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία και μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως (ΑΠ 509/1996, ΕφΑθ 9161/2001, ΜονΠρΘεσ24378/2003). Επί συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, το εν λόγω αίτημα είναι παραδεκτό για το χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία και μέχρι την άρση της υπερημερίας του εργοδότη, που επέρχεται είτε με έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, είτε με πρόσκληση προς εργασία του ακύρως απολυθέντος (βλ. ΑΠ 294/2001, ΑΠ 1098/2003, ΑΠ 597/2006, ΑΠ 752/2007, ΕφΘεσ 8/2006). Το πρόωρο αυτό αίτημα για καταβολή μισθών υπερημερίας και μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα και μέχρι τότε που πιθανολογείται η άρση της υπερημερίας του εργοδότη, γίνεται δεκτό από τη νομολογία, διότι δεν πρόκειται για μέλλουσα έννομη σχέση, αλλά για υφιστάμενη και σε εξέλιξη μέχρι την άρση της υπερημερίας, η δε παροχή του εργοδότη για καταβολή των αποδοχών υπερημερίας δεν εξαρτάται από την αντιπαροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος εργαζομένου, οι οποίες ρητά αποκρούστηκαν με την καταγγελία.

Η υπερημερία όμως αυτή του εργοδότη είναι πιθανό να αρθεί κατά το ενδιάμεσο αυτό διάστημα από λόγους που ανέκυψαν μεταγενέστερα από τη συζήτηση της αγωγής και πριν την έκδοση της απόφασης (πχ σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης ή σε αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζόμενου). Οι ισχυρισμοί αυτοί του εργοδότη είναι οψιγενείς και παραδεκτά προβάλλονται στο δεύτερο βαθμό κατά τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ στοχεύοντας στην άρση της υπερημερίας του.

Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος

e-mailinfo@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί