Νομιμότητα λήψης και επίκλησης ένορκων βεβαιώσεων
Σύμφωνα με το αρθρ. 270 παρ. 2, 3 εδ β ΚΠολΔ συνάγεται ότι στις υποθέσεις, που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, οι μαρτυρίες τρίτων δίδονται, είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε με ένορκη βεβαίωση στο Ειρηνοδικείο ή στο Συμ/φο, που γίνονται μετά από κλήτευση του αντιδίκου δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν την βεβαίωση (ΕφΛαμ 98/2009, Νόμος). Η δήλωση του διαδίκου στο ακροατήριο του δικαστηρίου, όπου ισχύει η προφορική διαδικασία, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ότι θα εξετάσει μάρτυρες κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, που αναφέρει, όπως και το ενώπιον ποίου θα τους εξετάσει, επέχει θέση κλητεύσεως του παρισταμένου αντιδίκου του και συνεπώς νομίμως λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 121/2007, Νόμος-ΑΠ 1910/2006 ΝοΒ 2007, 937- ΑΠ 45/2005 ΕλλΔνη 2007, 140). Σε περίπτωση πλειόνων αντιδίκων, ως εις ολόκληρον υποχρέων προς αποζημίωση, καίτοι υπάρχει μεταξύ τους απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να καλούνται άπαντες πριν από την πιο πάνω προθεσμία, εκτός αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά, αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο, ορισμένων εκ των ομοδίκων. Τούτο δε γιατί αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά, αφορούν τα στοιχεία της αξίωσης που είναι κοινά για όλους τους ομοδίκους, κατ’ ανάγκη, εφόσον και επί απλής ομοδικίας, η διαδικασία διεξάγεται ενιαίως, ή θα ληφθούν αυτά υπόψη προς απόδειξη της ύπαρξης της αξίωσης, ή δεν θα ληφθούν υπόψη (ΑΠ 1093/2008).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων 335, 338, 339, 340, 341, 346 ΚΠολΔ, με αυτές των αρθρ. 106, 237 εδ. 1, 662 β, 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι ο δικαστής λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 42/2002, Νόμος), ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη προς αυτοτελή απόδειξη, εκείνα που είτε δεν πληρούν τους όρους του νόμου, είτε δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τα προσκόμισε (ΕφΠειρ 457/2008 ΔΕΕ 2008, 1152-ΜΠρΤρικ 83/2010, ο.π), αλλά μόνο για συναγωγή τεκμηρίων (270 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει). Οι ένορκες βεβαιώσεις, κατά την τακτική διαδικασία, όπου επιτρέπονται οι μαρτυρικές καταθέσεις, που αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, που πρέπει να μνημονεύεται ειδικά (ΑΠ 99/2010 ΕΦΑΔ 2010, 830), όταν έχουν ληφθεί πριν τη δίκη, ή δεν γίνεται νόμιμη επίκλησή τους, παύουν να αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά θεωρούνται απλά έγγραφα, που μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 99/2010, ο.π- ΑΠ 996/2010, Νόμος). Για να ληφθεί δε υπόψη ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ένορκη βεβαίωση, που έγινε πριν τη δίκη, θα πρέπει να γίνεται νόμιμη επίκληση αυτής, όπως και επίκληση των αναγκαίων, για το νόμιμο αυτής, ως ιδιαιτέρου αποδεικτικού μέσου, στοιχείων του αρθρ. 270 Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα πρέπει, να αναφέρεται: α) το όνομα του προσώπου που έδωσε την βεβαίωση, β) ενώπιον τίνος την έδωσε και γ) ότι έγινε ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του. Αν τα παραπάνω δεν αναφέρθηκαν, ούτε στην συζήτηση της υπόθεσης επιγραμματικά, ούτε στις προτάσεις, τότε οι ένορκες βεβαιώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη, παρά μόνο για τη συναγωγή τεκμηρίων (ΑΠ 1520/2013, Νόμος).
Για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρεπτή είναι η προσκομιδή εντός των προθεσμιών της παρ. 3 του άρθρου 237 και 238 εδαφ. γ’, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού με τις αντικρουόμενες. Οι προς αντίκρουση διδόμενες ένορκες βεβαιώσεις πρέπει να δίδονται από άλλα πρόσωπα.
Με την προσθήκη στις προτάσεις γίνεται σχολιασμός των αποδείξεων, πρόταση ισχυρισμών, προσκόμιση ενόρκων βεβαιώσεων, εγγράφων και γνωμοδοτήσεων κατά την διάταξη του άρθρου 390 ΚΠολΔ, αλλά μόνο προς αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν το πρώτο κατά την συζήτηση. Συνεπώς έχει κριθεί ότι δυνάμει του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ένορκες βεβαιώσεις εναγομένης που δόθηκαν μετά την συζήτηση, εάν κατά την συζήτηση δεν προτάθηκαν από τον ενάγοντα νέοι ισχυρισμοί (βλ. ΜονΠρΠειρ 704/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr