Νομιμότητα λήψης και προσκόμισης ένορκων βεβαιώσεων
Με τη με αριθμ. πρωτ. 1389/16-05-2006 γνωμοδότηση του Αντιεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με αφορμή την απάντηση σε ερώτημα σχετικά με την νομιμότητα ή μη της αξίωσης από τους Δήμους προσκόμισης ενόρκων βεβαιώσεων για την έκδοση πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών, κρίθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τις ένορκες βεβαιώσεις:
Κατά την ανωτέρω γνωμοδότηση, η σύνταξη των ενόρκων βεβαιώσεων δεν είναι ελευθέρως επιτρεπτή, ούτε νόμος παρέσχε στη Διοίκηση εν λευκώ εξουσιοδότηση να την απαιτεί από τους διοικουμένους επί παντός θέματος και άνευ ουδένος περιορισμού (Β. Παππάς, Ένορκοι βεβαιώσεις, ΕΕΝ 33/436). Το ίδιο το άρθρο 13 παρ. 5 άλλωστε του Συντάγματος προβλέπει ότι ουδείς όρκος επιβάλλεται άνευ νόμου ορίζοντος και τον τύπο αυτού. Από τη διάταξη αυτή που συμπορεύεται με το άρθρο 9 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επιβάλλεται, οσάκις η Πολιτεία θέλει να θεσπίσει την υποχρέωση της ορκοδοσίας, είτε για τους δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους, είτε ως αποδεικτικό μέσο στην πολιτική, διοικητική και ποινική δικαιοσύνη ή στην διοικητική διαδικασία, απαιτείται να το θεσπίσει υποχρεωτικά με νόμο, που να ορίζει τη δυνατότητα της ορκοδοσίας, όσο και τον τύπο του διδόμενου όρκου. Δεν μπορεί δηλαδή η Πολιτεία να επιβάλλει την υποχρέωση της ορκοδοσίας με άλλη διοικητική πράξη, όπως με εγκύκλιο, με απλό έγγραφο κλπ. (Αν. Μαρίνος, Δίκη 11/30).
Κατά το άρθρο 1 του Ν. 1540/44 «περί ενόρκων βεβαιώσεων», “κατά πάσαν περίπτωσιν καθ’ ην επιτρέπεται η χρησιμοποίησις ενόρκου βεβαιώσεως, αύτη δύναται να γίνη ενώπιον του Ειρηνοδίκου ή ενώπιον ενός των συμβολαιογράφων της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου της κατοικίας ή της διαμονής του ενδιαφερομένου ή των μαρτύρων”, κατά το άρθρο δε 2 του ιδίου νόμου “κατά τας εν άρθρω 1 του παρόντος οριζόμενας περιπτώσεις δέον να τηρώνται αι διατάξεις των αρθρ. 177 – 194 του Οργανισμού των Δικαστηρίων, ως ταύτα ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως”. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο Ειρηνοδίκης και ο Συμβολαιογράφος δεν έχουν γενική αρμοδιότητα να λαμβάνουν ένορκες βεβαιώσεις προκειμένου να προσκομίζονται από τους ενδιαφερομένους στις δικαστικές ή σε άλλες εξωδικαστικές αρχές για την έκδοση από αυτές, βάσει τούτων, σχετικών δικαστικών ή διοικητικών εγγράφων. Κατά συνέπεια, ο Ειρηνοδίκης και ο Συμβολαιογράφος προκειμένου να συντάξουν ένορκες βεβαιώσεις έχουν καθήκον να εξετάζουν την ύπαρξη σχετικής νομοθετικής διάταξης που επιτρέπει στις αρχές, στις οποίες θα προσκομιστούν, να τις δεχθούν ως αποδεικτικό μέσο κατά την άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητάς τους (ΑΠ 358/61). Απόρροια της νομικής αυτής δεσμεύσεώς τους είναι και η υποχρέωσή τους να αναγράφουν στο κείμενο των ενόρκων βεβαιώσεων που συντάσσουν το σκοπό για τον οποίο δίδονται έτσι, ώστε να προκύπτει η σχετική αρμοδιότητά τους.
Οι ένορκες βεβαιώσεις προβλέπονται ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα στις εξής περίπτώσεις: 1) στην πολιτική δίκη, εφόσον τηρούνται οι από τα άρθρα 270 παρ. 2, 650 και 671 ΚπολΔ τασσόμενες διατυπώσεις, 2) στην δε ποινική δίκη, εφόσον σε αυτή επιτρέπονται κάθε είδους αποδεικτικά μέσα, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη και Συμβολαιογράφου, ως περιέχουσες μαρτυρίες τρίτων εκτός δίκης, συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ιδιώνυμο και ιδιότυπο. Η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο πρέπει να προκύπτει σαφώς και να αντιδιαστέλλεται από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα απλά έγγραφα, αλλιώς η απόφαση που θα εκδοθεί είναι αναιρετέα για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα ειδικής αιτιολογίας.
Στη Διοίκηση προβλέπονται στις εξής ενδεικτικά περιπτώσεις:
- Για την απόδειξη των τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων των υποψηφίων ή προσφερόντων για την ανάθεση εκτέλεσης δημοσίων έργων (Ν. 3389/05, άρθρο 15 παρ. 3, Ν. 3316/05, άρθρο 14 παρ. 6, ΥΑ 282/05, ΟΔΓ 0018/20, Ν. 3164/03),
- Για την απόδειξη της ιδιοκτησίας των μισθούμενων από το δημόσιο ακινήτων (Ν. 3130/03 άρθρο 47 παρ. 3),
- Για την απόδειξη των επαγγελματικών προσόντων των φαρμακοποιών (Ν. 206/47),
- Για την απόδειξη των φυλών των αυτόχθονών ζώων (Α.Υ.Γ. 108645/4020/20.03.2003 άρθρο 7),
- Για την οικογενειακή κατάσταση των φοιτητών του Πανεπιστημίου Αιγαίου (ΑΥΠ 108974/Β1-25-10-02),
- Για την απόδειξη της φθοράς και της απώλειας των εκλογικών βιβλιαρίων (Ν. 1516/85 άρθρο 23),
- Για την εργασιακή κατάσταση των δικαιούχων οικονομικής ενίσχυσης ασθενών (Ν. 1437/84, άρθρο 19 παρ. 4),
- Για την απόδειξη της ύπαρξης εγγυτέρων συγγενών προς εξεύρεση του φόρου κληρονομιών Ν.Δ. 118/73 άρθρο 67 και ΑΥΟΙΚ 13061/22-10-73),
- Για την απόδειξη του σήματος ως νέου (Ν. 2239/54 άρθρα 9, 13),
- Για την απόδειξη προϋπηρεσίας προς κανονισμό των συντάξεων (Π.Δ. 163/85, άρθρο 4 παρ. 5, ως αντικατ. με το άρθρο 2 του Π.Δ. 214/89),
- Για τη βεβαίωση του χαμηλού εισοδήματος εκείνων που δικαιούνται να τύχουν δωρεάν παροχή νομικής βοήθειας (άρθρο 2 του Ν. 3226/04).
Η αξίωση της Διοίκησης να της προσκομίζουν οι ενδιαφερόμενοι ένορκες βεβαιώσεις προκειμένου να τους εκδώσει, ενόψει τούτων, ορισμένα πιστοποιητικά, μολονότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν έχουν αναγορευτεί από το νόμο ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι παράνομη, αντισυνταγματική και αναποτελεσματική.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η προκείμενη γνωμοδότηση καταλήγει στο ότι οι ένορκες βεβαιώσεις δεν προβλέπονται από το νόμο ή από κανονιστική διοικητική πράξη, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα για την εγγραφή και τις γινόμενες μεταβολές στα τηρούμενα από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Δημοτολόγια. Επομένως, οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές μπορούν να εκδίδουν πιστοποιήσεις και βεβαιώσεις που αναφέρονται στην προσωπική και οικογενειακή κατάσταση των δημοτών τους, εφόσον τα βεβαιούμενα περιστατικά προκύπτουν 1) από τα στοιχεία που υπάρχουν στα αρχεία τους, 2) από την προσωπική αντίληψη των εκπροσώπων τους, 3) από τη σχετική έρευνα που οφείλουν να ενεργήσουν και 4) από τις υπεύθυνες δηλώσεις των ενδιαφερομένων, που συντάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1599/86 και δεν επιτρέπεται να απαιτούν από τους ενδιαφερομένους να τους προσκομίσουν εξώδικες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 1540/44.
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr