Ο ειδικός λόγος άρσης του αδίκου του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ΄ και δ΄ ΠΚ
Το άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ΄ και δ΄ ΠΚ ορίζει ότι «Δεν αποτελούν άδικη πράξη: … γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή δ) σε ανάλογες περιπτώσεις», ενώ κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου «Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης προβλέπει ειδικούς λόγους, οι οποίοι αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα προσβλητικών της τιμής πράξεων, τις οποίες θεωρεί ως θεμιτές προσβολές της τιμής, λόγω εμφανούς συγκρούσεως εννόμων συμφερόντων, εντεύθεν δε οι προσβολές αυτές δεν αποδοκιμάζονται από το δίκαιο, αλλά αντίθετα εξισορροπούνται από την προστασία άλλων συμφερόντων ισοδύναμων ή κοινωνικώς υπέρτερων[1]. Σε τέτοια περίπτωση, απαιτείται υποκειμενικώς ο δράστης να αποσκοπεί στην άμεση εξυπηρέτηση εμφανών και εκδήλων συμφερόντων του, αντικειμενικώς δε οι προσβολές προς τρίτο πρόσωπο να αποτελούν το εκ των ειδικών περιστάσεων αναγκαίο τρόπο δια την ενδεδειγμένη προστασία και εξυπηρέτηση του ατομικού συμφέροντος του φερόμενου ως υπαίτιου, ταυτοχρόνως όμως να μην υπερβαίνουν το στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρούμενο αναγκαίο μέτρο.
Στην άσκηση δικαιώματος περιλαμβάνεται και η έγερση αγωγής ή η υποβολή ένστασης[2]. Η εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος και η άσκηση νόμιμης εξουσίας κατ’ ουσίαν σχεδόν συμπίπτουν. Αντιθέτως, η διαφύλαξη δικαιώματος συνιστά ευρύτερη έννοια της ενάσκησης του άρθρου 20 ΠΚ, καθότι περιλαμβάνει και το σκοπό προπαρασκευής ή διαφύλαξης της δυνατότητας ενάσκησης δικαιώματος. Το 367 ΠΚ συνιστά προέκταση του άρθρου 20 ΠΚ. Η διάταξη του 367 ΠΚ δεν ομιλεί περί πράξεως αποτελούσας ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος (διότι δε θα υπήρχε λόγος θέσπισης του εν λόγω άρθρου, αφού τότε εφαρμόζεται το 20 ΠΚ), αλλά περί πράξεως τελούμενης προς εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, προς άσκηση νόμιμης εξουσίας, χάριν (ένεκα ή προς το σκοπό) διαφυλάξεως (προστασίας) δικαιώματος.
Ως δικαιολογημένο ενδιαφέρον νοείται η επιδίωξη σκοπού (δημόσιου ή ιδιωτικού, ηθικής ή υλικής φύσεως), ο οποίος αναγνωρίζεται από το δίκαιο ως άξιος προστασίας. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον συντρέχει, όταν η εκδήλωση αυτή (απλής δυσφήμησης ή εξύβρισης), αποτελώντας περιεχόμενο οφειλόμενης ή επιθυμητής φροντίδας του δράστη για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, δεν είναι αντίθετη με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη και ισοσταθμίζεται ή δεν είναι φανερά δυσανάλογη με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού που δεν μπορεί να γίνει με άλλο τρόπο[3]. Βασική προϋπόθεση της παρούσας δικαιολογητικής περίπτωσης αποτελεί το ότι η προσβλητική της τιμής κ.λπ. εξωτερίκευση ήταν εύλογη και αναγκαία για την προστασία του συμφέροντος του δράστη, ήτοι ότι αποτελεί, με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέσο προς διαφύλαξη του δικαιώματος, χωρίς το οποίο η διαφύλαξή του δε θα ήταν δυνατή[4].
Σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία, για να εφαρμοσθεί στην πράξη η άρση του άδικου χαρακτήρα της δυσφημιστικής ή εξυβριστικής εκδήλωσης, όταν γίνεται για την προστασία δικαιολογημένου συμφέροντος, απαιτείται το χρησιμοποιούμενο μέσο να συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόσφορο, το αναγκαίο και το ανάλογο μέσο της προστασίας του δικαιολογημένου συμφέροντος. Ειδικότερα: 1) Το μέσο για την προστασία του δικαιολογημένου συμφέροντος χαρακτηρίζεται ως πρόσφορο ή κατάλληλο, όταν η προσβλητική εκδήλωση συνδέεται με τα αποδιδόμενα σε βάρος του παθόντος στοιχεία. 2) Το μέσο για την προστασία του δικαιολογημένου συμφέροντος χαρακτηρίζεται ως αναγκαίο, όταν ο δράστης στη συγκεκριμένη περίπτωση δε θα μπορούσε να μη χρησιμοποιήσει την προσβλητική εκδήλωση, γιατί ο σκοπός του δε θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί εξίσου αποτελεσματικά με ηπιότερες εκφράσεις λιγότερο προσβλητικές. 3) Το μέσο για την προστασία του δικαιολογημένου συμφέροντος χαρακτηρίζεται ως ανάλογο σε σχέση με την υπάρχουσα αναλογία μεταξύ της προστασίας του δικαιολογημένου συμφέροντος και της προστασίας της τιμής. Αν η αξία του προστατευόμενου συμφέροντος είναι μικρότερη από την τιμή του προσώπου, η πράξη παραμένει τελικά άδικη και τιμωρείται ως δυσφήμηση. Και αντίθετα, αν οι αντιπαραβαλλόμενες αξίες δεν αντισταθμίζονται, αλλά η προστασία του δικαιολογημένου συμφέροντος αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση μεγαλύτερη αξία από την τιμή του δράστη, ο άδικος χαρακτήρας της προσβλητικής εκδήλωσης αίρεται και η τυχόν τιμωρία του δράστη συνιστά δυσανάλογο μέτρο για την προστασία της τιμής του θιγόμενου προσώπου.
Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ εφαρμόζεται μόνο επί απλής δυσφήμησης, απλής δυσφήμησης Α.Ε., προσβολής της μνήμης τεθνεώτος και εξύβρισης, όχι δε και επί συκοφαντικής δυσφήμησης (367 παρ. 2 περ. α΄ ΠΚ)[5]. «Η διάταξις της παρ. 1 δεν έχει εφαρμογήν επί συκοφαντικής δυσφημήσεως «διότι το φυσικόν συναίσθημα του δικαίου αποκρούει την ατιμωρησίαν του εν γνώσει περί της αναληθείας του ισχυρισμού του εκθέτοντος την τιμή ετέρου προς σωτηρίαν εαυτού»… Η βαρύτης της συκοφαντίας είναι τοιαύτη, ώστε εν ουδεμία περιπτώσει είναι δυνατόν να θεωρηθή αυτή ανεκτή προς προστασίαν εννόμων αγαθών ευρισκομένων εις σύγκρουσιν προς έννομα αγαθά τρίτου τινός»[6].
Η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ δεν εφαρμόζεται ούτε όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης (367 παρ. 2 περ. β΄ ΠΚ), ήτοι σκοπός που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή τις τιμής άλλου και ο οποίος υπάρχει, όταν προκύπτει ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για ν’ αποδοθεί όπως έπρεπε αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη, για την προστασία του ενδιαφέροντός του, και ενώ το γνώριζε, τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου[7]. Για τη διαπίστωση της ύπαρξης σκοπού εξύβρισης ερευνάται όχι η μεμονωμένη λέξη ή φράση, αλλά το σύνολο του κειμένου εντός του οποίου έχουν παρεμβληθεί οι φερόμενες ως προσβλητικές λέξεις, συγχρόνως δε ελέγχεται το ειδικό περιεχόμενο της ενέργειας του αυτουργού της άδικης πράξης, προκειμένου να κριθεί το είδος και η μορφή της διαφύλαξης (προστασίας) του δικαιώματός του, ένεκα του οποίου υποχρεώθηκε να εκφρασθεί κατά τρόπο μη ευπρεπή[8].
Σύμφωνα με τις πάγιες νομολογιακές παραδοχές επί του άρθρου 367 ΠΚ[9], «Η διάταξη αυτή (του άρθρου 367 ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρούμενου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερομένων αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη βέβαια όσων ορίζει η δεύτερη παράγραφος του ίδιου άρθρου), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 του Π.K. ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1339/2008, ΑΠ 408/2007 ΔΕΕ 2007.1218). Η προβολή δε από τον προσβληθέντα τέτοιου ισχυρισμού, που ερείδεται δηλαδή νομικά στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ένστασης. Τέτοιος τρόπος που αποδεικνύει τον σκοπό εξύβρισης συντρέχει ιδίως όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος παρά ταύτα χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 179/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)».
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Α. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Δεύτερος (Άρθρα 235-473), σελ. 2935 επ. (υπό άρθρο 367), Α. Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, Τόμος Β΄, άρθρα 235-473, Έκδοση Γ΄, Αθήνα 2000, σελ. 3052 επ. (υπό άρθρο 367).
[2] Βλ. ΑΠ 328/1958, ΠοινΧρ Θ΄, σελ. 95, ΑΠ 94/1954, ΠοινΧρ Λ΄, σελ. 230.
[3] Βλ. ΑΠ 73/2002, ΠοινΔικ 2002, σελ. 582, ΑΠ 451/2000. ΠοινΧρ Ν΄, σελ. 921.
[4] Βλ. ΑΠ 1147/1998, ΠοινΧρ ΜΘ΄, σελ. 665, ΑΠ 1678/1994, ΠοινΧρ ΜΕ΄, σελ. 47.
[5] Βλ. ενδεικτικά από νεότερη νομολογία ΑΠ 190/2016, ΑΠ 308/2016, ΑΠ 343/2016, ΕφΑθ 963/2016, ΠΠΑ 27/2016, ΑΠ 265/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[6] Βλ. Α. Κονταξή, όπ.π. (υποσημ. 1), σελ. 3102.
[7] Βλ. ΑΠ 146/2001, ΠοινΧρ ΝΑ΄, σελ. 900, ΑΠ 512/1999, ΠοινΧρ Ν΄, σελ. 140, ΑΠ 987/1995, ΠοινΧρ ΜΣΤ΄, σελ. 41, ΑΠ 187/1994, ΠοινΧρ ΜΔ΄, σελ. 361.
[8] Βλ. ΑΠ 162/1993. ΠονΧρ ΜΓ΄, σελ. 159.
[9] Βλ. υποσημ. 5.