Παραλλαγές της ρήτρας “claims made”
Στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική, σύνηθες είναι να συμφωνείται όρος, σύμφωνα με τον οποίο η ασφάλιση θα καλύπτει μόνον τις αξιώσεις του τρίτου κατά του ασφαλισμένου που καθ’ οιονδήποτε τρόπο προβλήθηκαν από τον τρίτο κατά του ασφαλισμένου ή ανακοινώθηκαν από τον ασφαλισμένο στον ασφαλιστή κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης. Πρόκειται για τη διεθνούς τύπου, κυρίως αγγλοσαξονικού δικαίου, ασφάλιση ευθύνης με τη ρήτρα “claims made”, ήτοι αξιώσεων που θα προβληθούν. Άλλως ειπείν, ο ασφαλιστής καλύπτει εκείνες τις ζημιογόνες πράξεις ή παραλείψεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της συμβατικής ισχύος της και ο ζημιωθείς τρίτος προέβαλε τις σχετικές απαιτήσεις του πριν τη λήξη της συμβατικής περιόδου (ουσιαστικής λήξης) ή τις προέβαλε μετά τη λήξη, αλλά ο ασφαλισμένος ανακοίνωσε πριν την ουσιαστική λήξη της σύμβασης, τα περιστατικά εκείνα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μελλοντικά την άσκηση αξιώσεων εναντίον του[1].
Σύστοιχα με τα ανωτέρω, επί του υπό κρίσιν ζητήματος παρατηρείται από το Ρήγα[2] ότι στις συμβάσεις ασφάλισης συμφωνούνται ρήτρες με τις οποίες συντέμνεται χρονικά η πρωτογενής αντικειμενική ευθύνη του ασφαλιστή για ασφαλιστική κάλυψη, προκειμένου να μην εκτείνεται σε τόσο χρόνο, ώστε να υποχρεούται αυτός προς καταβολή του ασφαλίσματος μετά από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης. Τέτοια, λοιπόν, συνιστά η αγγλοσαξονικής προέλευσης ρήτρα “claims made” («αξιώσεις που θα προβληθούν»), η οποία εμφανίσθηκε στην ασφαλιστική πρακτική στο μέσον της δεκαετίας του 1970, τείνει διεθνώς να αντικαταστήσει την ευρισκόμενη στον αντίποδά της ρήτρα “occurrence” («περιστατικό») και συνομολογείται με ποικίλες παραλλαγές. Μέσω της εν λόγω ρήτρας, όπως έχει διαμορφωθεί στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική, καλύπτονται ασφαλιστικά κυρίως μόνο οι αξιώσεις που είτε ασκούνται δικαστικώς ή εξωδίκως από το ζημιωθέντα τρίτο κατά του λήπτη της ασφάλισης (ή του ασφαλισμένου, άρθρο 9 Ν. 2496/1997, Ασφαλιστικός Νόμος, ΑσφΝ) (άρθρο 25 ΑσφΝ, σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης, λ.χ. ιατρικής) ή από τον τελευταίο εναντίον του ασφαλιστή (άρθρα 11 επ. ΑσφΝ) εντός της διάρκειας της ασφάλισης είτε/και ανακοινώνονται από το λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο προς τον ασφαλιστή μέσα στην ίδια προθεσμία. Η εν λόγω διάρκεια της ασφάλισης αποκαλείται ουσιαστική, άρχεται όταν ο ασφαλιστής αναλαμβάνει, κατά την ασφαλιστική σύμβαση, εν τοις πράγμασι τον κίνδυνο, υποχρεούμενος να καταβάλει το ασφάλισμα σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, και λήγει με τον τερματισμό της υποχρέωσης του ασφαλιστή προς ασφαλιστική κάλυψη (διάρκεια ευθύνης). Αντιδιαστέλλεται από την τυπική διάρκεια της σύμβασης ασφάλισης, όπου γεννιέται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (λ.χ. πληρωμή ασφαλίστρου, έκδοση και παράδοση του ασφαλιστηρίου καθώς και ανάληψη του κινδύνου από τον ασφαλιστή για όσο χρόνο συμφωνήθηκε). Η τυπική διάρκεια της ασφάλισης έχει ως αφετηρία τη σύναψη της σύμβασης, που αναγράφεται ως χρόνος έκδοσης του ασφαλιστηρίου, και τερματίζεται κατά το χρόνο που προβλέπεται στη σύμβαση ως λήξη αυτής (συμβατική διάρκεια). Η διάρκεια ευθύνης του ασφαλιστή μπορεί, συνεπώς, να μην άρχεται στο χρονικό σημείο της κατάρτισης της σύμβασης ασφάλισης, αλλά μεταγενέστερα ή προγενέστερα αυτής. Αντιστοίχως, το χρονικό σημείο λήξης της διάρκειας ευθύνης δε συμπίπτει αναγκαίως με το χρονικό σημείο λήξης της συμβατικής διάρκειας της ασφάλισης. Με τη χρήση της ρήτρας “claims made” προβλέπεται, δηλαδή, ότι η διάρκεια ευθύνης του ασφαλιστή λήγει συγχρόνως με τη λήξη της ουσιαστικής διάρκειας της ασφάλισης και όχι της τυπικής.
Στο πλαίσιο της αμιγούς (pure) σύμβασης “claims made” παρέχεται επί τη βάσει των προαναφερθέντων ασφαλιστική κάλυψη, με απεριόριστη αναδρομική ενέργεια ως προς την επέλευση των υποκειμενικώς αβέβαιων ασφαλιζόμενων ζημιογόνων γεγονότων, για όλες τις αξιώσεις που έχουν ασκηθεί είτε από τρίτους κατά του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου είτε απ’ αυτόν εναντίον του ασφαλιστή κατά την ουσιαστική διάρκεια της ασφάλισης, με αποτέλεσμα ο ασφαλιστικός κίνδυνος να έγκειται στη δικαστική ή εξώδικη προβολή των εν λόγω αξιώσεων, χωρίς να αρκεί η επέλευση του ασφαλιζόμενου ζημιογόνου γεγονότος εντός της ασφαλιστικής περιόδου. Σύμφωνα με την παραλλαγή του “reporting type”, καλύπτονται οι ασκηθείσες τέτοιες αξιώσεις εναντίον του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου, εφόσον αναγγέλθηκαν επιπλέον τότε από το λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο στον ασφαλιστή. Η άσκηση αυτών των αξιώσεων και η ανακοίνωσή της συνιστούν την ασφαλιστική περίπτωση και όχι ασφαλιστικό βάρος της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α΄ ΑσφΝ. Προσέτι, έχουν διαμορφωθεί συμβάσεις τύπου “claims made” με περιορισμούς ως προς το χρόνο επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος, το οποίο πρέπει, επίσης, να λάβει χώρα στην προειρημένη τυπική διάρκεια της σύμβασης ασφάλισης, ή καλύπτουσες και αξιώσεις για περιστατικά που συνέβησαν πριν από τη σύναψη της σύμβασης, οπότε συνομολογείται συγχρόνως αναδρομική ασφάλιση (retroactive coverage) ή απλώς αναδρομική κάλυψη περιστατικών ως προς ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που προηγείται της τυπικής έναρξης της ασφάλισης. Τέλος, κατ’ επιεικέστερη εκδοχή της εν θέματι ρήτρας, προσεγγίζουσα τη ρήτρα “occurrence”, αρκεί ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος να ειδοποιήσει, εντός της ουσιαστικής διάρκειας της ασφάλισης ή ακόμη και μέσα σε κάποιο χρονικό διάστημα (λ.χ. ενός έτους) ύστερα από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης (περίοδος αναφοράς) τον ασφαλιστική σχετικά με οποιοδήποτε γεγονός θα μπορούσε να παράσχει έρεισμα σε αξιώσεις είτε τρίτων προσώπων εναντίον του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου είτε του τελευταίου κατά του ασφαλιστή στο μέλλον, έστω κι αν δεν προβλήθηκαν εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, αλλά μετά από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας).
Στις συμβάσεις “claims made”, η ασκηθείσα αξίωση και η ανακοίνωσή της στον ασφαλιστή, η οποία ανάγεται σε συμβατική υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης, συνιστούν τον ασφαλιστικό κίνδυνο και την πραγμάτωσή του. Εάν, επομένως, η δέουσα ανακοίνωση ή/και η άσκηση της αξίωσης δε λάβουν χώρα κατά τη συμφωνηθείσα διάρκεια της ευθύνης του ασφαλιστή ή μέσα στην τυχόν προβλεφθείσα από τα συμβαλλόμενα μέρη περίοδο αναφοράς, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την πρωτογενή του ευθύνη για την καταβολή του ασφαλίσματος. Κατά συνέπεια, η αναγγελία αξίωσης ύστερα από τη λήξη της ουσιαστικής διάρκειας της ασφάλισης και της περιόδου αναφοράς, δεν αποτελεί απλώς καθυστερημένη ανακοίνωση ζημίας, αλλά αναγγελία ζημίας ευρισκόμενης εκτός του πεδίου της ασφαλιστικής κάλυψης.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. Ρ. Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Ε΄ έκδοση αναθεωρημένη σύμφωνα με το Ν. 4364/2016 (Solvency II), Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σελ 240 επ., καθώς και Ι. Κ. Ρόκα, Συμβατικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Συγχρόνως πλήρως αναθεωρημένη έκδοση του Α μέρους της 12ης έκδοσης του συγγράμματος «Ιδιωτική Ασφάλιση, δίκαιο της ασφαλιστικής σύμβασης & της ασφαλιστικής επιχείρησης», Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 331 επ. και 905 επ..
[2] Βλ. Κ. Ηρ. Ρήγα, Το κύρος της συνομολογούμενης σε ασφαλιστικές συμβάσεις ρήτρας «claims made» υπό το φως των ΑΠ Ολ 18/2015 και 19/2015, ΔΕΕ 2017, σελ. 1011-1017, με εκτενέστατες παραπομπές σε συναφή βιβλιογραφία, αρθρογραφία και νομολογία. Για τις συμβατικές εκφάνσεις της ρήτρας “claims made”, βλ. επίσης Μ. Γρ. Βαρελά, Οι απαλλακτικές ρήτρες στις επαγγελματικές ασφαλίσεις – Το κύρος της ρήτρας «αξιώσεις που θα εγερθούν» (“claims made”), ΔΕΕ 2016, σελ. 1019-1031 (1021 επ.).