Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Παραποίηση και απομίμηση σήματος. Άμεσος και έμμεσος κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού και παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη για την ύπαρξη του κινδύνου. Έννοια μέσου καταναλωτή. Σήμα φήμης. Ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια καθορισμού του. Διευρυμένη νομική προστασία. (βλ.ΤρΕφΑθ 762/2017, δημ. ΔΕΕ 2017, 1443)

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 περ. γ’, 18 παρ. 1, 3 και 26 παρ. 1 του Ν 2239/1994, με τον οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 89/1041ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (η οποία έχει καταργηθεί από την κωδικοποιητική Οδηγία 2008/951ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2008), όπως τα ανωτέρω άρθρα ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το Ν 4072/2012 και ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 121, 122, 124 παρ. 1 περ. γ’, 125 παρ. 1 και 3 και 150 του Ν 4072/2012, ο οποίος, μεταξύ άλλων, τροποποιηθείς με το Ν 4155/2013 περιέχει ρυθμίσεις για την προστασία των σημάτων, με γενική έναρξη εφαρμογής από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ Α’ 86 την 11.4.2012 (βλ. τα άρθρα 183 και 330 παρ. 2), προκύπτει ότι αυτός που κατέθεσε νόμιμα σήμα, κατά τα άρθρα 122 και 134 επ. τούτου (του Ν 4072/2012) δηλαδή σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης, από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, έχει το αποκλειστικό δικαίωμα της χρήσης αυτού, η οποία δεν έγκειται σε υποχρέωση, ήτοι να επιθέτει αυτό στα προϊόντα ή εμπορεύματα, τα οποίο προορίζεται να διακρίνει, καθώς και στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις, καθώς και σε κάθε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα. Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύσει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές σημεία, τα οποία αποτελούν παραποίηση ή απομίμηση του σήματός του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 124 παρ. 1 και 125 παρ. 3 του ως άνω νόμου. Ειδικότερα, ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται (άρθρο 125 παρ. 3 του Ν 4072/2012) να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς την άδειά του: α) σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες, που ταυτίζονται με εκείνες, για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρηθεί (υπό την έννοια της συγκεκριμένης ρύθμισης, ένα σημείο είναι πανομοιότυπο με σήμα όταν αναπαράγει, χωρίς τροποποίηση ή προσθήκη όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το σήμα ή όταν, θεωρούμενο στο σύνολό του, παρουσιάζει διαφορές τόσο αμελητέες, ώστε να περνούν απαρατήρητες από έναν μέσο καταναλωτή – βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 20.3.2003 και της Υπόθεσης υπ’ αριθμ. C-291/00 LTJ Diffusion SA, ΤΝΠ Eur-Lex), β) σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή ομοιότητάς του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης και γ) σημείο ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα που έχει αποκτήσει φήμη και η χρησιμοποίησή του θα προσπόριζε σε αυτό, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού, ανεξάρτητα αν το σημείο προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες, που ομοιάζουν με τα προϊόντα ή υπηρεσίες του προγενέστερου σήματος. Εκ των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι ο κίνδυνος σύγχυσης, ως πραγματολογική παράμετρος προσβολής σήματος, από τη χρήση άλλου διακριτικού σημείου, δεν απαιτείται στην πρώτη περίπτωση της διπλής ταυτότητας διακριτικών γνωρισμάτων και προϊόντων υπηρεσιών και στην τρίτη περίπτωση της προστασίας σήματος φήμης.

Περαιτέρω, αποτελεί παραποίησητου σήματος η πιστή αντιγραφή ή αναπαράσταση αυτού, κατά τα κύρια σημεία του ή στο σύνολό του και έτσι η δημιουργία άλλου, απομίμησηδε του σήματος η ιδιαίτερη προσέγγιση αυτού προς άλλο σήμα, η οποία παραποίηση ή απομίμηση αφενός εξαρτάται από την οπτική και ηχητική εντύπωση των δύο σημάτων, επί δε λεκτικών σημάτων και από την εννοιολογική τέτοια κατά πάσα δε περίπτωση από τη συνολική εντύπωση των δύο σημάτων, ασχέτως βέβαια από τις επιμέρους ιδιότητες και διαφορές των δύο σημάτων και αφετέρου μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στους (ενημερωμένους και ευλόγως προσεκτικούς) μέσους καταναλωτές, σχετικά με την προέλευση των προϊόντων ή αντικειμένων εμπορίας από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από την επιχείρηση του χρήστη του σήματος, διά του σχηματισμού στους εν λόγω καταναλωτές της αντίληψης ότι εκείνα προέρχονται από αυτή την επιχείρηση ή αυτά προέρχονται από την άλλη επιχείρηση (πρβλ. ΑΠ 160412003 ΕλλΔνη 45, 807, ΔΕΚ C-425/1998, ΕλλΔνη 42, 1462, ΔΕΚ C-81/2001 ΕλλΔνη 45, 288, ΕφΑθ 840/2012 ΔΕΕ 2012, 457, Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, Αθήνα 2000, σελ. 349-352). Οι πιο πάνω διατάξεις αποσκοπούν στην προστασία του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο σύγχυσης, αλλά συγχρόνως και του δικαιούχου του σήματος από τον κίνδυνο της εκμετάλλευσης της φήμης του και υπονόμευσης της διακριτικής και διαφημιστικής δύναμης του ονόματος, με το οποίο κυκλοφορεί το προϊόν στην αγορά. Κίνδυνος σύγχυσης, εξάλλου, υπό στενή έννοια, συντρέχει όταν το συναλλακτικό κοινό, λόγω της ομοιότητας των σημάτων και των προϊόντων, υπολαμβάνει ταυτότητα της επιχείρησης, από την οποία προέρχονται τα προϊόντα. Και αν μεν η εντύπωση αυτή (ταυτότητα επιχείρησης) δημιουργείται από την ομοιότητα των σημάτων, γίνεται λόγος για άμεσο κίνδυνο σύγχυσης, ενώ για έμμεσο, όταν η ανωτέρω εντύπωση οφείλεται όχι στην ομοιότητα των σημάτων, αλλά στη διαπίστωση ότι το ένα σήμα αποτελεί μεταβολή ή εξέλιξη του άλλου. Κίνδυνος σύγχυσης δε υπό ευρεία έννοια γίνεται δεκτό ότι συντρέχει και όταν, λόγω της ομοιότητας των σημάτων δύο διαφορετικών επιχειρήσεων, δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι ανάμεσα στις επιχειρήσεις αυτές υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός (βλ. σχετ. ΑΠ 1604/2003ΕφΑθ 840/2012, ό.π.).

Επιπρόσθετα, ως παράμετροι κρισιολόγησης του, κατά τα ανωτέρω, κινδύνου σύγχυσης, γίνονται δεκτές οι εξής, τρεις: α) Η ομοιότητα των σημείων. Αυτή αναλύεται σε οπτική, ακουστική ή εννοιολογική και αρκεί η αποδοχή μίας εκ των τριών αυτών κατευθύνσεων, για την κατάφαση του κινδύνου σύγχυσης, κατόπιν συνολικής εκτίμησης, όμως, όλων των σχετικών παραγόντων της οικείας υπόθεσης, με καθοριστική σημασία να προσλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, η γενική εντύπωση που δημιoυργείται στον αποδέκτη των προϊόντων ή υπηρεσιών (βλ. ΔΕΚ, Απόφαση της 6.10.2005 στην υπόθεση C-120/04, Medion ΧρΙΔ 2006, 741 επ., σκέψη 26, ΔΕΚ Απόφαση της 22.06.2000 στην υπόθεση C425/98, Marca Moda, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 40, Μ.-Θ. Μαρίνος, Δίκαιο Σημάτων, Αθήνα 2007, σελ. 178 έως 181, παρ. 381, 382, 384 και 387), β) Η ομοιότητα των προϊόντων ή υπηρεσιών, η οποία και προσδιορίζει την κανονιστική εμβέλεια του σήματος στις συναλλαγές. Για τη σχετική αξιολογική εκτίμηση, βαρύνουσα σημασία προσλαμβάνει η φύση και ο προορισμός των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, χαρακτηριστικά στα οποία οι καταναλωτές αποδίδουν τη μεγαλύτερη σημασία. Υπό το πρίσμα αυτό, παρόμοια είναι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, όταν προορίζονται για σκοπούς ή χρήσεις παρεμφερείς, απευθύνονται στον ίδιο κύκλο καταναλωτών και διανέμονται στα ίδια κανάλια διανομής (βλ. ΣτΕ 914/2001 ΕΕμπΔ 2002, 439, ΔΕφΑθ 3407/2002 ΕΕμπΔ 2003, 917). Εντούτοις, η ένταξη ενός προϊόντος ή μίας υπηρεσίας στην ίδια κλάση, δεν έχει αποφασιστική σημασία για την κατάφαση της ομοιότητας των συγκρινομένων προϊόντων ή υπηρεσιών, όπως και αντίστροφα, η υπαγωγή δύο εμπορευμάτων ή υπηρεσιών σε διαφορετικές κλάσεις, δεν οδηγεί αναγκαστικά στην άρνηση της ομοιότητας (και τούτο επειδή η ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με τον Διακανονισμό της Νίκαιας εξυπηρετεί αποκλειστικώς διοικητικούς σκοπούς, βλ. σχετ. ΔΕΚ Απόφαση της 13.12.2004 στην υπόθεση Τ-8/03, Emilio Pucci, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 40, Μ.-Θ. Μαρίνος, ό.π., σελ. 190, παρ. 403 και 404), γ) Η διακριτική δύναμη του σήματος που προσβάλλεται, η οποία εκτιμάται υπό μία σφαιρική προσέγγιση, σε σχέση με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώρισή του και με την αντίληψη των καταναλωτών των συγκεκριμένων προϊόντων και υπηρεσιών. Έτσι, όσο σημαντικότερη είναι η διακριτική ισχύς που προσβαλλομένου σήματος, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος σύγχυσης από τη χρήση του παραποιητικού ή απομιμητικού αυτού προϊόντος στις συναλλαγές (βλ. ΔΕΚ Απόφαση της 22.06.2000 στην υπόθεση C-425/98, Marca Moda, ό.π., σκέψεις 38 και 39, Μ.-Θ. Μαρίνος, ό.π., σελ. 191, παρ. 405 και 406). Σε κάθε περίπτωση, για την κρίση αν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης λαμβάνεται υπόψη η δημιουργούμενη εντύπωση, σε σημαντικό τμήμα των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, με συνεπακόλουθο η παραπλάνηση ενός μικρού τμήματος των καταναλωτών, να μην αρκεί για την κατάφαση αυτού (βλ. Ρόκας, Σήματα Ερμηνεία του Ν 4072/2012, Αθήνα 2013, σελ. 53, παρ. 16).Ο κίνδυνος σύγχυσης, εξάλλου, περικλείει και τον κίνδυνο συσχέτισης (νοητικής σύνδεσης) μεταξύ δύο σημείων, ο οποίος αφορά την περίπτωση, κατά την οποία μολονότι τα δύο σημεία, συγκρινόμενα αυτοτελώς μεταξύ τους, δεν επιφέρουν κίνδυνο σύγχυσης δημιουργείται πάντως από αυτά η εντύπωση είτε ότι τα εμπορεύματα ή οι υπηρεσίες, που φέρουν το σήμα προέρχονται από την ίδια επιχείρηση, είτε από διαφορετικές μεν, που έχουν όμως σχέση συνεργασίας (βλ. Ρόκα, ό.π., σελ. 55, παρ. 27).

Κατά πάγια κοινοτική νομολογία, η έννοια του μέσου καταναλωτή της αντίστοιχης κατηγορίας προϊόντων, η αντίληψη του οποίου αναδεικνύεται σε κύρια παράμετρο της στάθμισης περί συνδρομής κινδύνου σύγχυσης ή μη, από την παραποίηση ή απομίμηση προϊόντων, συγκεκριμενοποιείται στον καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ. ΔΕΚ Απόφαση της 20.3.2003 στην υπόθεση C291/00, LΤJ Diffusion SA, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 52, ΔΕΚ, Απόφαση της 08.04.2004 στην υπόθεση C-53/01, Linde ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 41 ΔΕΚ, Απόφαση της 09.03.2012 στην υπόθεση Τ-32/10 Ella Valley Vineyards, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 25, Μ.-Θ. Μαρίνος, Δίκαιο Σημάτων, ό.π., σελ. 185, παρ. 395). Έτσι, είναι δυνατόν, παρά την ομοιότητα των σημάτων, να μη δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης, όταν τα προϊόντα απευθύνονται σε εξειδικευμένους χρήστες (ΑΠ 1790/1999 ΕΕμπΔ 2000, 804), οι οποίοι κατά κανόνα είναι σε θέση να διακρίνουν μεταξύ γνωρισμάτων που εμφανίζουν μικρές διαφορές (βλ. ΔΕΚ Απόφαση της 12.01.2006 στην υπόθεση C-361/04 Claude Ruiz-Picasso Nomos, σκέψεις 38 επ., ΔΕΚ Απόφαση της 09.3.2012 στην υπόθεση Τ-32/10 Ella Valley Vineyards, ό.π., σκέψη 45, Μ.-Θ. Μαρίνος, ό.π., σελ. 186).

Ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα «σήματα φήμης».Για να χαρακτηριστεί ένα σήμα φημισμένο, απαιτείται επαρκής βαθμός γνώσης του από το κοινό, το οποίο αυτό αφορά, δηλαδή ανάλογα με το διατιθέμενο στο εμπόριο προϊόν ή υπηρεσία, είτε το ευρύ κοινό, είτε ένα πλέον εξειδικευμένο κοινό, π.χ. συγκεκριμένος επαγγελματικός κλάδος, χωρίς παράλληλα να απαιτείται όπως είναι γνωστό σε συγκεκριμένο ποσοστό του, κατ’ αυτόν τον τρόπο προσδιορισμένου κοινού. Στα σήματα αυτά, ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία, πέραν της διά τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα προβλεπομένης, προς τον σκοπό αφενός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος και αφετέρου του κινδύνου υπονόμευσης της ιδιαιτέρας των σημάτων αυτών διακριτικής δύναμης.Η έννοια του «σήματος φήμης», μη προσδιοριζόμενη υπό του νομοθέτου, δύναται να καθορισθεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως: α) ο αυξημένος βαθμός καθιέρωσης του σήματος στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ένδειξης να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, να έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους, σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαιτέρας θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς και η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του και ζ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης. Εάν πρόκειται περί σήματος φήμης, η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος είναι απαγορευμένη, εάν θα προσπόριζε στον χρήση αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος, δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης. Αρκεί ότι, η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο. Ειδικότερα, ενόψει της ανωτέρω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου της υπόσκαψης, δεν συναρτάται οπωσδήποτε από την διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητας, μεταξύ του φημισμένου σήματος και του, υπό του μη δικαιούχου, χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσής τους από το ενδιαφερόμενο κοινό. Αρκεί η ύπαρξη για την προστασία του σήματος φήμης κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των δύο σημάτων, ώστε να είναι δυνατή υπό του καταναλωτικού κοινού συνειρμική διασύνδεση του, υπό του μη σηματούχου, χρησιμοποιουμένου σημείου και του σήματος φήμης. Αθέμιτο δε όφελος προσπορίζεται ο τρίτος, όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα, που παράγει ή εμπορεύματα ή στις υπηρεσίες, που προσφέρει, την καλή εντύπωση που έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητά του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου, εφόσον αυτός (τρίτος) καρπώνεται, χωρίς αντάλλαγμα, την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά. Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται, κυρίως, όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη.Το τελευταίο επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες. Έτσι, ακόμη και αν το κοινό, στο οποίο απευθύνονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, τις οποίες διακρίνει καθένα από τα συγκρουόμενα σημεία, είναι ακριβώς το ίδιο ή συμπίπτει σε ορισμένο βαθμό, τα επίμαχα προϊόντα ή υπηρεσίες ενδέχεται να είναι τόσο ανόμοια, ώστε το οικείο κοινό να μην ανακαλεί συνειρμικά στη μνήμη του το προγενέστερο σήμα (ΑΠ 249/2014 ΕλλΔνη 2014, 432, ΑΠ 371/2012 ΕΕμπΔ 2012, 691, ΑΠ 1030/2008, Nomos).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί