Παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής στην κατ’ έφεση δίκη – προϋποθέσεις
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 296, 297, 522 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την άσκηση παραδεκτής έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης αναβιώνει η εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την έγερση της αγωγής, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και συνεπώς ο ενάγων έχει έκτοτε το δικαίωμα να παραιτηθεί, ολικά ή μερικά από το δικόγραφο της αγωγής του, ακόμη και κατά το στάδιο της έκκλητης δίκης, εκτός αν προβάλλει αντίρρηση ο εναγόμενος και πιθανολογεί, ότι έχει συμφέρον να περατωθεί η δίκη με την έκδοση οριστικής απόφασης (ΑΠ 1198/2012). Η παραίτηση συνιστά ανάκληση της συγκεκριμένης αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας, που ενυπάρχει στην εν λόγω αγωγή και έχει την έννοια παραίτησης μόνο από τη δημοσίου χαρακτήρα αξίωση του ενάγοντος έναντι της πολιτείας για έκδοση απόφασης στη συγκεκριμένη δίκη, που άρχισε με την άσκηση της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας δηλώνεται η παραίτηση. Η παραίτηση αυτή έχει ως συνέπεια την κατάργηση όλης της δίκης που ανοίχθηκε με την άσκηση της αγωγής, ενώ η οριστική πρωτοβάθμια απόφαση καθίσταται ανενεργή (ΑΠ 1922/2005, ΕλλΔνη 47.2006). Παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά την αναιρετική δίκη δεν είναι επιτρεπτή, καθώς με την αναίρεση δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία ούτε ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας (ΑΠ 1496/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ, η παραίτηση κατά τα άρθρα 294 και 296 ΚΠολΔ γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό του πληρεξούσιο για την πιστοποίηση της διαδικαστικής πράξης παραίτησης, δηλαδή και η εξώδικη δήλωση η οποία, κατ’ αρθ. 118 του ΚΠολΔ, επιδίδεται από το δηλούντα διάδικο στον αντίδικό του (ΑΠ 834/2005). Με τη διάταξη αυτή ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή (ΟλΑΠ 1187/1981).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96 παρ. 1 και 2, 97 παρ. 1, 98 εδ. β`, 104, 122 παρ. 1 και 123 παρ. 1 ΚΠολΔ και εκείνων των άρθρων 294, 296 και 297 του ίδιου Κώδικα συνάγεται, ότι σε περίπτωση που η παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής γίνεται από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος υπογράφει το δικόγραφο της ως άνω παραίτησης και την παραγγελία προς επίδοση αυτού στο δικαστικό επιμελητή, αυτός πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία μάλιστα, προκειμένης παραίτησης από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή, πρέπει να είναι ειδική. Εξάλλου, ναι μεν η παραίτηση από το πιο πάνω δικαίωμα που ασκήθηκε ήδη με αγωγή προϋποθέτει την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας προς το Δικηγόρο, ο οποίος προβαίνει στη σχετική δήλωση μέχρι την ολοκλήρωσή της, περιλαμβανομένης και της επίδοσής της, εφόσον η παραίτηση έχει περιληφθεί σε εξώδικη δήλωση ή άλλο δικόγραφο, πλην όμως η από την έλλειψη αυτή επερχόμενη ακυρότητα θεραπεύεται, όπως και για την οποιαδήποτε άσκηση δικαιώματος δικονομικού, δια της, εκ των υστέρων, έγκρισης των γινομένων πράξεων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, με αποτέλεσμα η δηλωθείσα παραίτηση εκ μέρους δικηγόρου από του δικαιώματος να ισχυροποιείται αναδρομικώς (ΟλΑΠ 15/2008).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr